Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ






ΙΝΔΙΑ

Ο θάνατος

Η Μάδοβα, ώρες τώρα, έστεκε ακίνητη. Το πρόσωπο της έμοιαζε πέτρινο. Δεν έκλαιγε, γιατί δεν είχε άλλα δάκρυα. Το μυαλό της δεν δούλευε πια. Ήταν ασάλευτο όπως και το πρόσωπο της. Όμοια ασάλευτο ήταν και το παιδί της, μπρος στα πόδια της, στην απλωμένη ψάθα.
 Τό'χε χτυπήσει ο θάνατος, σκληρά, απάνθρωπα, κι αυτό που όλη μέρα δεν έλεγε να ησυχάσει, τώρα ήταν ήσυχο σαν τ' ακίνητο χώμα.
Λίγο καιρό πριν, ο θάνατος είχε ξαναρθεί. Τότε χτύπησε τον άντρα της, το Βασάνα. Ο θάνατος γλίστρησε μέσα από το δόντι του πύθωνα στο σώμα του άντρα της, και το νευρώδικο κορμί του πρήστηκε, κι ο πυρετός το φλόγιζε, ώσπου, ένα πρωινό, όλα ηρέμησαν. Ο Βασάνα δεν πονούσε πια, μόνο που ο πόνος έφυγε απ' αυτόν και φώλιασε στην ψυχή της Μάδοβα. Μια γυναίκα μόνη, χωρίς κανέναν. Με εχθρούς όλους τους άντρες, και την κακογλωσσιά των γυναι­κών έτοιμη. Και μ' ένα παιδί τόσο δα. Το νέο μικρό πλάσμα έπρεπε να ζήσει. Κι η ζωή του ήταν το μόνο χαμόγελο στην πικραμένη της ζωή. Βλέποντας το ρόδινο μουτράκι του ξεκουραζόταν. Ακούγοντας το γέλιο του, μια αχτίδα ευτυ­χίας γλιστρούσε στην καρδιά της. Και μη έχοντας κανέναν στον κόσμο, έγινε κόσμος ολόκληρος το παιδί της.
Τώρα ήταν ξαπλωμένο μπρος στα πόδια της, κοντά της αλλά και πόσο μακριά. Το μυαλό της δεν μπορούσε να χωρέσει την ακινησία του. Η καρδιά της δεν μπορούσε να παραδεχτεί πως όλα τελείωσαν.
Στεκόταν ακίνητη. Τα ολάνοιχτα μάτια της λες και κοίταζαν το χάος που ανοίγει ο θάνατος. Από μακριά, μια βοή κόσμου έφτανε, που η Μάδοβα ούτε την άκουγε. Η βοή συνεχιζόταν.
Κανείς δεν σκέφτεται τον θάνατο ως την ημέρα που θα τον συναντήσει. Οι άνθρωποι ξεχνάνε το θάνατο, χωρίς αυτός να τους ξεχνάει ποτέ.
Η βοή όλο και δυνάμωνε. Ξαφνικά, η Μάδοβα τινά­χτηκε. Μέσ' στο ναρκωμένο από την αγωνία και τον πόνο μυαλό της, μια ελπίδα έδωσε ξαφνικά ζωή. Ναι, ήσαν οι φωνές γι' αυτόν. Το Μπενάρες γιόρταζε για τον ερχομό του. Και στο νου της ξανάρθανε τα λόγια που άκουσε γι' αυτόν: «Ήταν βασιλόπουλο, κι άφησε το θρόνο. Κάτω από το θείο δένδρο, του ήρθε η θεία φώτιση. Όπου κι αν πέρναγε, μαζί του έρχονταν η ευτυχία κι η αλήθεια. Όταν μιλούσε, οι πόνοι έπαυαν. Οι άρρωστοι, βλέποντας τον, γίνονταν καλά».
Η Μάδοβα πετάχτηκε απάνω. Ναι, θα τρέξω σ' αυτόν, σκέφτηκε: «Μεγάλε Σιδάρτα Γκοτάμα Βούδα», θα του πω, «δες το παιδί μου, είναι νεκρό. Είναι ό,τι έχω στον κόσμο, αυτό το πλάσμα». Θα με νοιώσει. Αυτός που πόνεσε τόσο για τους ανθρώπους, θα πονέσει και για μένα. Αυτός όλα τα μπορεί.
Με το νεκρό παιδί στην αγκαλιά της, η Μάδοβα κατηφόριζε στην πλατεία του Μπενάρες, όπου ο μεγά­λος Σιδάρτα Γκοτάμα Βούδας δίδασκε στους ανθρώπους την άγια αλήθεια. «Θα με λυπηθεί», ψιθύριζε η Μάδοβα, σφίγγοντας το νεκρό παιδί της. Η πλατεία ήταν γεμάτη από το πλήθος, που άκουγε διψασμένο τα θεία λόγια του μεγάλου Βούδα. Η φωνή του, απαλή και ήρεμη, γλι­στρούσε στις καρδιές του πλήθους και του έφερνε την πολυπόθητη γαλήνη. Τι γλυκεία φωνή!
-Όλα πάνω στη γη είναι πόνος. Οι αισθήσεις μάς φέρ­νουν όλο νέες αιτίες πόνου. Μόνο άμα νοιώσουμε πόσο απέραντος είναι ο πόνος, τότε θα γιατρευτούμε.
Η Μάδοβα πήρε κουράγιο από τη γλυκεία και ήρεμη φωνή του. Σπρώχνοντας το πλήθος, έφτασε μπρος στο μεγάλο Βούδα. Η απελπισία τής έδινε κουράγιο. Σήκωσε το μικρό παιδί μπρος στο Σιδάρτα Γκοτάμα Βούδα. Τα μάτια της έσταζαν δάκρυα.
-   Δάσκαλε, είναι το μόνο που έχω. Τίποτ' άλλο. Τίποτα. Κι ο θάνατος μου το πήρε. Ο θάνατος με κυνη­γάει. Ο θάνατος με μισεί.
0 Μέγας Βούδας, έριξε το ήρεμο βλέμμα του στο πρό­σωπο της και, νιώθοντας όλο τον πόνο της, τη ρώτησε: ! - Και τι ζητάς από μένα;
-   Το παιδί μου! φώναξε απελπισμένα. Ο Χάρος με μισεί. Διώξε τον.
Τότε, ενώ τα πλήθη κρατούσαν και την ανάσα τους, ο Μέγας Βούδας της είπε:
-   Στο Μπενάρες, όλες οι αυλές έχουν μουσταρδιές. Φέρε μου σπόρους μουστάρδας από ένα σπίτι που να μην τ' άγγιξε ο θάνατος, κι εγώ θα ζωντανέψω το παιδί σου.
Το πρόσωπο της Μάδοβα άστραψε.
-   Θα σου φέρω, δάσκαλε. Θα σου φέρω.
Κι έφυγε τρέχοντας. Στο πρώτο σπίτι που είδε, έτρεξε.
-   Κυρά του σπιτιού, φώναξε, στο σπίτι αυτό πέρασε ο θάνατος;

Το πρόσωπο της νοικοκυράς σκοτείνιασε.
-   Πέρασε πέρυσι και πήρε την κόρη μου.
Η Μάδοβα, βλέποντας τα δακρυσμένα μάτια της, έφυγε ψιθυρίζοντας:
Σου ζητώ συγνώμη. Χτύπησε άλλη πόρτα.
-   Κυρά μου, πέρασε απ' αυτό το σπίτι ο θάνατος; Πριν έξι μήνες πήρε τον άντρα μου.
Η Μάδοβα έφυγε.
-   Κυρά, ρώτησε παρακάτω, ήρθε στο σπίτι σας ο θάνατος;
-   Μόνο μια φορά; Τρία παιδιά μού πήρε.
Η Μάδοβα, σφίγγοντας το νεκρό παιδί της, προχώ­ρησε. Άνοιξε μια άλλη πόρτα.
-   Κυρά, ήρθε καθόλου ο θάνατος από το σπίτι σας; -Ήρθε, και πολλές φορές. Δεν είναι πολύς καιρός που
πήρε τη μάνα μου.
Όλη τη μέρα η Μάδοβα χτυπούσε πόρτες και ρωτούσε. Μα η απάντηση ήταν η ίδια. Ο θάνατος είχε περάσει από παντού. Είχε μπει σ' αρχοντικά, μεγαλόπρεπα παλάτια, και σε ταπεινές, ασήμαντες καλύβες. Είχε αρπάξει άρχο­ντες και φτωχούς, δυνατούς κι αδύνατους. Είχε νυχτώσει κι η Μάδοβα σερνόταν, ρωτώντας διαρκώς. Μα στο Μπε-νάρες δεν υπήρχε σπίτι που να μην είχε μπει ο θάνατος.
Χτύπησε και την τελευταία πόρτα.
-   Κυρά του σπιτιού, ψιθύρισε, εδώ, ήρθε ο θάνατος; Η κυρά την κοίταξε άγρια.
-    Ήρθε και ξανάρθε. Και πάλι ξανάρθε. Μα γιατί ρωτάς;
-    Γιατί πρέπει να βρω ένα σπίτι που να μην μπήκε ο θάνατος.
Η νοικοκυρά την κοίταξε σκληρά.
-   Εδώ, όλα μου τα πήρε. Μα ποιος σε κορόιδεψε; Υπάρχει σπίτι που να μην πέρασε ο θάνατος; Όλα τα σπί­τια έχουν να κλαίνε γι' αυτόν. Σε κορόιδεψαν. Δεν υπάρ­χει σπίτι στο Μπενάρες που να μην μπήκε ο θάνατος.
-   Τότε θα πάω σ' άλλη πόλη, είπε η Μάδοβα.
-Δεν υπάρχει πουθενά σπίτι που να μην πέρασε ο θάνα­τος, σ' όλη τη γη, είπε η νοικοκυρά κι έκλεισε την πόρτα.
Και τότε η Μάδοβα κατάλαβε πως είχε δίκιο. Δεν υπήρχε πουθενά τέτοιο σπίτι που γύρευε. Ο δάσκαλος την κορόιδεψε. Απελπισμένη κάθισε σ' ένα βράχο. Η πόλη κάτω απλωνόταν ήσυχη. Όμως, δεν ήταν. Τώρα η Μάδοβα τό'ξερε. Κάθε σπίτι έκλεινε το θάνατο και τη δυστυχία. Όλα τα σπίτια ήταν δυστυχισμένα σαν το δικό της. Όλα! Και αρχοντικά και πλούσια και φτωχά κι ασή­μαντα. Όλη η πολιτεία είχε πονεμένου'ς ανθρώπους, μόνο που η Μάδοβα πριν δεν τό'ξερε, ενώ τώρα τό'μαθε, χτυ­πώντας από πόρτα σε πόρτα.
Άμα το σκέφτηκε αυτό, σα να μαλάκωσε ο πόνος της. Δεν ήταν μόνη. Όλοι αυτοί, αδιάφορο αν δεν τό'ξεραν, όλοι υπέφεραν. Πίσω από κάθε πόρτα κρυβόταν η δυστυ­χία, μόνο που ο ένας δεν βλέπει του άλλου τη δυστυχία.
Ένοιωσε πιο ήρεμη, και τότε θυμήθηκε τα λόγια του Μεγάλου Σιδάρτα Γκοτάμα Βούδα.
«Μόνο άμα νοιώσουμε πόσο απέραντος είναι ο πόνος θα γιατρευτούμε».
Ναι, είχε δίκιο. Κι η Μάδοβα έσκυψε πάνω στο νεκρό παιδί της και πονεμένα του ψιθύρισε:
«Παιδί μου, εγώ νόμισα πως ο θάνατος χτύπησε μόνο το δικό μου σπίτι, μα αυτός χτύπησε όλα τα σπίτια. Όλα!».



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...