Ο Άγιος Νεκτάριος γνώρισε τον πόνο, την αδικία και την μοναξιά όσο λίγοι.
Κι όμως ποτέ δεν έχασε την πίστη και την αγάπη του προς τον Θεό.
Ένα δυνατό μήνυμα του Αγίου Νεκταρίου για την πίστη, την υπομονή και την αγάπη, οι οποίες μπορούν να νικήσουν και τις πιο δύσκολες δοκιμασίες της ζωής.
Ο Άγιος Παχώμιος υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες μορφές της
Ορθοδοξίας και θεμελιωτής του κοινοβιακού μοναχισμού.
Μέσα από την προσευχή, την ταπείνωση και την
απόλυτη αφοσίωση στον Θεό, δημιούργησε τις πρώτες οργανωμένες μοναστικές
αδελφότητες, επηρεάζοντας ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο.
Ο Όσιος Παχώμιος ο Μέγας (292-348 μ.Χ.) είναι ο θεμελιωτής του κοινοβιακού μοναχισμού, οργανώνοντας την ασκητική ζωή σε οργανωμένες
κοινότητες (κοινόβια) στην Αίγυπτο, όπου οι μοναχοί μοιράζονταν εργασία,
προσευχή και αγαθά. Η μνήμη του τιμάται στις 15 Μαΐου.
Ανάμεσα στις μεγάλες μορφές του ορθοδόξου μοναχισμού
ξεχωρίζει και ο άγιος Παχώμιος, τον οποίο η Εκκλησία μας τον προσαγόρευσε Μέγα,
τόσο για την προσωπική του ασκητική οσιότητα, όσο και για την συμβολή του στη
διαμόρφωση του κοινοβιακού μοναχικού ιδεώδους.
Γεννήθηκε
το 292 στην περιοχή της Κάτω Θηβαΐδος της Αιγύπτου από ειδωλολάτρες γονείς.
Έζησε στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου (306-337) και σε ηλικία 20 ετών κατετάγη
στον αυτοκρατορικό στρατό και συμμετέσχε στον εμφύλιο πόλεμο εναντίον του
Λικινίου. Για τον Χριστιανισμό άκουσε για πρώτη φορά στο στράτευμα και είδε τη
διαφορετική ζωή και το ήθος των Χριστιανών και εντυπωσιάστηκε. Χριστιανοί
στρατιώτες τον κατήχησαν στη νέα πίστη. Όταν απολύθηκε από τις τάξεις του
στρατού αποφάσισε να πάει στην έρημο, προκειμένου να συναντήσει αγίους γέροντες
για να διδαχτεί περισσότερα για τον Χριστιανισμό και να λάβει το άγιο Βάπτισμα.
Η ζωή των αγίων ασκητών τον ενθουσίασε και αποφάσισε να ακολουθήσει και ο ίδιος
την ασκητική ερημική ζωή. Τέθηκε δε υπό την πνευματική καθοδήγηση του ονομαστού
ασκητή Παλάμονος, του οποίου έγινε ακόλουθος και μιμητής για έξι περίπου
χρόνια.
Περί
το 320 και μετά την κοίμηση του αγίου γέροντος πνευματικού του, αποφάσισε να
εγκατασταθεί σε μια έρημη νησίδα του Νείλου ποταμού, την Ταβέννη, στην Άνω Θηβαΐδα.
Τον ακολούθησε ένας ευλαβής και πιστός μοναχός, ονόματι Ιωάννης, με τη βοήθεια
του οποίου ίδρυσε μια μικρή μονή. Εκεί απομονωμένος από τον κόσμο ο Παχώμιος
αγωνιζόταν για την προσωπική του κάθαρση με προσευχή, νηστεία, αγρυπνία και
αδιάκοπη άσκηση αποκοπής των παθών. Με τον προσωπικό του αγώνα και τη χάρη του
Θεού έγινε θεοφόρο σκεύος αγιότητας. Η φήμη του δεν άργησε να γίνει γνωστή στη
γύρω περιοχή και να προσελκύσει πλήθος ερημιτών, οι οποίοι συνέρρεαν στην
απομονωμένη νησίδα για να πάρουν την ευλογία του και να ζητήσουν τις
πνευματικές του νουθεσίες. Πολλοί από αυτούς δήλωναν ότι ήθελαν να
εγκαταβιώσουν πλησίον του. Έτσι σε σύντομο χρόνο η νησίδα Ταβέννη αριθμούσε
περισσότερος από 14.000 μοναχούς! Αξιώθηκε ο Παχώμιος να είναι ο μεγαλύτερος
οικιστής μοναχών στην ιστορία της Εκκλησίας.
Οι
μοναχοί της Ταβέννης ονομάστηκαν Ταβεννησιώτες και ζούσαν σε μικρά οικήματα ανά
τρεις. Ο συγγραφέας της λεγομένης «Λαυσαϊκής Ιστορίας», που συνέγραψε περί το
420 ο Παλλάδιος, αναφέρει πως ο Παχώμιος βλέποντας αυτόν τον μεγάλο αριθμό των
αναχωρητών, άτακτα ζώντας, χωρίς κανόνες, αποφάσισε να τους συνενώσει σε
κοινόβιο, κάτω από την καθοδήγηση ενός ηγουμένου. Να μένουν σε ενιαίο χώρο, τη
Μονή, να έχουν κοινή προσευχή, κοινό φαγητό, κοινή ενδυμασία, κοινή εργασία,
κοινά έσοδα και έξοδα. Για το λόγο αυτό κατάρτισε κανόνες, οι οποίοι θα
γίνονται αποδεκτοί από τους μοναχούς και θα καθορίζουν τη ζωή τους στο
κοινόβιο.
Οι
πολυάριθμοι μοναχοί Ταβεννησιώτες αποδέχτηκαν τους κανόνες και συνενώθηκαν,
αποτελούντες το πρώτο κοινόβιο μοναστήρι στην ιστορία του χριστιανικού
μοναχισμού. Ο Παχώμιος θεωρείται ο θεμελιωτής του κοινοβιακού μοναχισμού. Η
κύρια ενασχόληση των μοναχών ήταν η κοινή πρωινή και βραδινή προσευχή. Η
εργασία ήταν υποχρεωτική για όσους μπορούσαν να εργάζονται και το κέρδος της
εργασίας έμπαινε σε κοινό ταμείο για την συντήρηση όλων και όσων δε μπορούσαν
να εργαστούν. Ήταν υποχρεωμένοι να φορούν ομοιόμορφη ενδυμασία, η οποία
αποτελούνταν από λινό ποδήρη χιτώνα, ζώνη τρίχινη και κωνοειδές κουκούλιο, το
οποίο έφτανε ως τους ώμους. Υποδήματα σπάνια φορούσαν. Κοινή ήταν επίσης και η
τροφή και τα γεύματά τους αποτελούνταν από φυτικές τροφές, τυρί και νερό. Κατά
την ώρα τους γεύματος επικρατούσε σιγή και οι μοναχοί συνεννοούνταν μεταξύ τους
με νεύματα. Κάλυπταν επίσης τα πρόσωπά τους ώστε να βλέπουν μόνο την τράπεζα
και να μη διασπάται η προσοχή τους με τους άλλους μοναχούς.
Οι
Ταβεννησιώτες μοναχοί κοιμούνταν ελάχιστα και ουδέποτε σε κλίνη, αλλά καθιστοί.
Κάθε Σάββατο και Κυριακή κοινωνούσαν των Αχράντων Μυστηρίων, αφού προηγείτο η
αλληλοσυγχώρηση και ο ασπασμός της αγάπης μεταξύ τους. Ο Παχώμιος όρισε να
είναι χωρισμένοι σε εικοσιτέσσερα τάγματα, καθένα χαρακτηριζόμενο από τα
γράμματα της αλφαβήτου. Σε αυτά κατατάσσονταν ανάλογα με την πνευματική τους
ωριμότητα και την συμπεριφορά τους στο κοινόβιο.
Ο
άγιος Παχώμιος δεν ξεχώριζε τον εαυτό του από τους άλλους μοναχούς, αλλά
συμμετείχε το ίδιο με αυτούς στο κοινόβιο με τους ίδιους κανόνες. Αν και
ηγούμενος, ουδέποτε διαφοροποιήθηκε από τους άλλους μοναχούς στη διακονία. Το
έτος 348 εκδηλώθηκε πανώλη στο κοινόβιο, όπου προσβλήθηκαν πολλοί μοναχοί από
τη νόσο και πέθαναν. Ο άγιος Παχώμιος περιποιούνταν με αυταπάρνηση τους
ασθενείς μοναχούς. Ωστόσο προσβλήθηκε και αυτός από τη νόσο, ασθένησε και
απέθανε. Τον διαδέχτηκε στην ηγουμενία ο όσιος Θεόδωρος ο Ηγιασμένος, μια άλλη
επίσης σημαντική μορφή του μοναχισμού. Η μνήμη του Μεγάλου Παχωμίου τιμάται
στις 15 Μαΐου.
Η
ικανότητα του αγίου Παχωμίου να συνενώσει και να διοικήσει τόσες χιλιάδες
ανθρώπους υπήρξε θαυμαστή και μόνο η δύναμη και η χάρις του Θεού μπορεί να την
εξηγήσει. Η βιογραφία του αναφέρει πως τους κανόνες του κοινοβιακού μοναχισμού
του υπαγόρευσε άγγελος Κυρίου. Ο άγιος Παχώμιος έβαλε όπως είπαμε τα θεμέλια
του κοινοβιακού μοναχισμού, ο οποίος είναι σύμφωνος με την χριστιανική
διδασκαλία. Αποτελεί δε τον πυρήνα της ιδανικής κοινωνικής συμβιώσεως και τον
οδηγό για την ιδανική κοινωνία, η οποία μπορεί να φέρει την πολυπόθητη ειρήνη,
αδελφοσύνη και αγάπη στην ανθρωπότητα. Γι’ αυτό και ο άγιος Παχώμιος
χαρακτηρίζεται μέγας!
Ο Άγιος Πορφύριος μας συμβουλεύει με νόημα: «οι ομορφιές της φύσης είναι
οι μικρές αγάπες που μας οδηγούν στη μεγάλη Αγάπη, τον Χριστό.
Όλα γύρω μας είναι σταλαγματιές της θεϊκής αγάπης και
τα έμψυχα και τα άψυχα και τα φυτά και τα ζώα και τα πουλιά και τα βουνά και η
θάλασσα και το ηλιοβασίλεμα και ο έναστρος ουρανός.
Τα λουλούδια, για παράδειγμα, έχουν τη χάρη τους, μας
διδάσκουν με το άρωμά τους, με το μεγαλείο τους, μας μιλούν για την αγάπη του
Θεού.
Σκορπούν το άρωμά τους, την ομορφιά τους σε αμαρτωλούς
και δικαίους. Να χαίρεστε όσα μας περιβάλλουν.
Όλα μας διδάσκουν και μας οδηγούν στο Θεό. […]
Να εκμεταλλεύεστε τις ωραίες στιγμές στη φύση και τη
ζωή, οι οποίες προδιαθέτουν την ψυχή σε προσευχή, την καθιστούν λεπτή,
ευγενική, ποιητική.
Για να γίνει κάποιος χριστιανός, πρέπει να γίνει
«ποιητής».
«Χοντρές» ψυχές κοντά του ο Χριστός δεν θέλει»!
Ο Άγιος Πορφύριος ήθελε
να έχει ο άνθρωπος την καρδιά και τα μάτια του ανοιχτά και να εμβαθύνει στο
σκοπό της δημιουργίας, γιατί ο σκοπός αυτός δείχνει το μεγαλείο του Θεού και τη
Θεία πρόνοια.
Μας συμβουλεύει να μην είμαστε «χοντροκομμένοι», βυθισμένοι στη
συνήθεια των όσων βλέπουμε γύρω μας, προπερνώντας την ομορφιά γύρω μας, χωρίς
να την εκτιμάμε. Αντίθετα, πρέπει να συναισθανόμαστε την ομορφιά την εξωτερική,
ώστε να γίνει αργότερα και εσωτερική.
Εξάλλου, ο Θεός ἐν σοφίᾳ έφτιαξε τεράστια
ποικιλία απ’ όλα τα φυσικά είδη, ώστε ο άνθρωπος να αντλεί απεριόριστη χαρά και
αγαλλίαση. Να χαίρεται σε ένα όμορφο περιβάλλον που το αναπαύει πνευματικά.
Ο Άγιος
εξηγεί αυτή του τη διδασκαλία με ένα καθημερινό περιστατικό:
«Κάποτε, τότε που
ζούσα στα Καλλίσια, γύριζα στο μοναστήρι μετά από αρρώστια και η κυρά- Μαρία η
τσοπάνισσα ήρθε να με πάρει με το γαϊδουράκι. Στο δρόμο τη ρώτησα: - κυρά-
Μαρία πως πάνε οι ομορφιές στα λιβάδια, τα χρώματα, οι πεταλούδες, τα αρώματα,
τ’ αηδόνια;
- Τίποτα δεν υπάρχει.
- Μάιος μήνας και δεν υπάρχει τίποτα;
- Τίποτα.
Σε λίγο όμως τα
συναντήσαμε όλα αυτά: λουλούδια, ευωδίες, πεταλούδες…
- Κυρά- Μαρία τώρα τι λες;
-Αχ, δεν τα είχα προσέξει…Καθόλου
Προχωρώντας φθάσαμε στα πλατάνια. Εκεί, τ’ αηδόνια χαλούσαν τον κόσμο…
-Κυρά- Μαρία μου
είπες ψέματα…!
-Όχι. Δεν τα είχα προσέξει.
Κι εγώ στην αρχή
ήμουν «χοντρός», δεν καταλάβαινα. Μετά ο Θεός μου έδωσε τη χάρη και τότε όλα
άλλαξαν. Αυτό έγινε, αφού άρχισα την υπακοή.
Η ομορφιά γύρω μας
δείχνει τον Θεό και μας παρακινεί να Του μιλήσουμε, να αρχίσουμε δοξολογία και
προσευχή. Γι’ αυτό ο άγιος παρακινεί τον άνθρωπο να έχει ανοιχτά τα μάτια του,
για να βλέπει και να θαυμάζει το μεγαλείο της φύσης, τα αυτιά του ορθάνοιχτά
για να ενωτίζεται τις μελωδίες, το τιτίβισμα των χαρούμενων και αμέριμνων
πουλιών -που δεν σπέρνουν, ούτε θερίζουν-, και την καρδιά του ποιητική-
αισθαντική, ώστε να νιώθει και να ενστερνίζεται τα Θεία μηνύματα.
Βλέποντας την
ομορφιά της φύσης, καταλαβαίνει την γενναιοδωρία του Πλαστουργού, θαυμάζει την
τελειότητα των δημιουργημάτων του Θεού, σέβεται τα υλικά αγαθά και δεν τα
σπαταλά.
Συγκινείται από την απλότητα της φύσης, η οποία όμως αν εξεταστεί υπό
το πρίσμα της επιστήμης φανερώνει την συνθετότητα και την απόλυτη ακρίβεια των
επιστημονικών νόμων που διέπουν ολόκληρο το σύμπαν.
«Ξυπνήστε το πρωί να
δείτε τον βασιλιά ήλιο να βγαίνει ολόκληρος από το πέλαγος. Όταν σας
ενθουσιάζει ένα ωραίο τοπίο, να μη μένετε εκεί, να πηγαίνετε πέραν αυτού, να
προχωρείτε σε δοξολογία για όλα τα ωραία για να ζείτε τον μόνο Ωραίο, ‘‘Τον
ωραίο κάλλει παρά πάντας βροτούς”.
Όλα στη φύση γίνονται έναυσμα ευχαριστίας και
δεήσεως στον Κύριο του παντός. Να παρατηρείτε όσα έφτιαξε ο Δημιουργός.
Να ρωτάτε, να
ολοκληρώνετε τις γνώσεις σας για το καθετί, να μη στέκεστε αδιάφοροι. Αυτό σας
βοηθάει σε βαθύτερη μελέτη των θαυμασίων του Θεού. Θυμάμαι τα απολιθωμένα
δέντρα στη Μυτιλήνη. Υπάρχουν από δεκαπέντε εκατομμύρια χρόνια. με εντυπωσίασαν
τόσο πολύ. και αυτό είναι προσευχή! Να βλέπεις τα απολιθώματα και να δοξάζεις
τα μεγαλεία του Θεού», τόνιζε ο Άγιος.
Αν ευχαριστούμε και
δοξολογούμε τον Θεό για όσα όμορφα βλέπουμε καθημερινά γύρω μας, τότε θα
μάθουμε να ευχαριστούμε και να ευγνωμονούμε και για τα ουσιωδέστερα,
υπέρ πάντων των υπέρ ημών γεγενημένων, του Σταυρού, του Τάφου, της
τριημέρου Αναστάσεως, της εις ουρανούς αναβάσεως, της εκ δεξιών καθέδρας, της
Δευτέρας και ενδόξου πάλιν Παρουσίας.
Απόσπασμα από το βιβλίο: Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου «Βίος και Λόγοι», Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής-Χρυσοπηγής, Β’ Έκδοση Απρίλιος 2003
Ένας μουσουλμάνος αξιωματούχος της Κωνσταντινούπολης αρχίζει να αισθάνεται μια ανεξήγητη ευωδία από το στόμα μιας Χριστιανής σκλάβας…
Η αναζήτηση της αλήθειας θα τον οδηγήσει κρυφά μέσα στη Θεία Λειτουργία… εκεί όπου θα δει κάτι που θα αλλάξει για πάντα τη ζωή του.
Φως.Θαύματα.Αντίδωρο.Αγιασμός.Και μια συγκλονιστική μεταστροφή που κατέληξε σε μαρτύριο για τον Χριστό.
Η ιστορία του Αγίου Αχμέτ είναι μία από τις πιο δυνατές μαρτυρίες πίστης μέσα στα χρόνια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Η μνήμη των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, των φωτιστών των Σλάβων και δημιουργών του κυριλλικού αλφαβήτου, τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία κάθε χρόνο στις 11 Μαΐου.
Είναι ισαπόστολοι άγιοι, αδέλφια από τη Θεσσαλονίκη που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στον εκχριστιανισμό των Σλάβων τον 9ο αιώνα.
Η Οσία Σοφία της Κλεισούρας: Η Αγία που Ζούσε με την Παναγία 6 Μαΐου
Πατήστε πάνω στην εικόνα:
Η Οσία Σοφία Χοτοκουρίδου, το γένος Αμανατίου Σαουλίδου, γεννήθηκε το 1883 μ.Χ. στο χωριό Σαρή-ποπά (ή Σαρή-παπά) της επαρχίας Αρδάσης Τριπόλεως, Νόμου Τραπεζούντας του Πόντου. Το 1907 μ.Χ. παντρεύεται με τον Ιορδάνη Χοτοκουρίδη στο χωριό Το(γ)ρούλ της επαρχίας Αρδάσης και μετά από τρία χρόνια, το 1910 μ.Χ., απέκτησε ένα παιδί. Έπειτα από δύο χρόνια, χάνει το παιδί της το οποίο βρίσκει τραγικό θάνατο, αφού φαγώθηκε από χοίρους, ενώ δυο χρόνια μετά, το 1914 μ.Χ. χάνει και τον άντρα της τον οποίο τον πήραν οι Τούρκοι στα τάγματα εργασίας, όπου και μάλλον απεβίωσε.
Η νεαρή χήρα κατέφυγε στα βουνά, όπου ζούσε ασκητικά, με μεγάλη νηστεία. Εκεί της εμφανίστηκε ο Άγιος Γεώργιος και την προειδοποίησε για επικείμενη επιδρομή των Τσετών. Η Σοφία ενημέρωσε τους συγχωριανούς της, που κρύφτηκαν και απέφυγαν τον κίνδυνο.
Στην ανταλλαγή των πληθυσμών το καράβι που μετέφερε τους συγχωριανούς της Σοφίας στην Ελλάδα κινδύνεψε να καταποντιστεί. Αυτή έβλεπε τα κύματα γεμάτα από Αγγέλους και την Παναγία. Ζήτησε απ᾿ αυτήν να πνιγεί η ίδια και να σωθούν οι συγχωριανοί της. Η Παναγία τους έσωσε όλους. Ο καπετάνιος δεν το πίστευε πώς σώθηκαν κι έλεγε: «Κάποιον άγιο έχουμε» και οι χωριανοί του απάντησαν: «Τη Σοφία».
Οσία Σοφία της
Κλεισούρας: Ολόκληρος ο βίος της έτσι όπως δεν τον έχεις ξανακούσει ποτέ..
Το 1927 μ.Χ. με παρότρυνση της Παναγίας πηγαίνει στο μοναστήρι της στην Κλεισούρα της Καστοριάς, στην Ιερά Μονή του Γενεθλίου της Υπεραγίας Θεοτόκου, όπου έζησε ασκητικά για μισό περίπου αιώνα. Εκεί βρήκε έναν ενάρετο ιερομόναχο, τον π. Γρηγόριο, που είχε έλθει από το Άγιο Όρος, ο οποίος την κατάρτισε στη μοναχική ζωή. Έζησε ασκητικά ως λαϊκή, φορώντας τα μαύρα της χηρείας και της ασκήσεως, καθισμένη πάνω στο τζάκι και αλείφοντας το πρόσωπό της με στάχτη, για να μη φαίνεται η ομορφιά του.
Τα περισσότερα χρόνια τα πέρασε μόνη της, με μόνο τον Θεό, μια και το μοναστήρι έμεινε χωρίς μοναχούς. Υπέμεινε τους δριμείς χειμώνες, με τη θερμοκρασία να πέφτει στους -15 βαθμούς, και την πολλή υγρασία του τόπου. Όταν της έλεγαν ν’ ανάψει φωτιά, φώναζε ένα μακρόσυρτο «Όχι!», που ακόμα ηχεί στα αυτιά όσων την άκουσαν. Κυκλοφορούσε ξυπόλητη, ενώ τα ρούχα της ήταν πάντα κουρελιασμένα και ανεπαρκή για τις συνθήκες της περιοχής. Της έδιναν καινούργια. Δεν τα φορούσε, αλλά τα πρόσφερε σε όσους είχαν ανάγκη. Κοιμόταν και σ’ έναν άλλο χώρο, πάνω σε άχυρα, αλλά από κάτω είχε βάλει σουβλερές πέτρες. Δεν λουζόταν ποτέ ούτε χτενιζόταν, και τα μαλλιά της είχαν σκληρύνει πολύ. Όταν κάποτε χρειάστηκε να τα σηκώσει από τα μάτια της, για να βλέπει καλύτερα, αναγκάστηκε να τα κόψει με το ψαλίδι που κούρευαν τα πρόβατα. Παρ’ όλα αυτά όμως, το κεφάλι της ευωδίαζε.
Το φαγητό της ήταν λιτότατο, συνήθως με ό, τι έβρισκε στην περιοχή: μανιτάρια, μούσκλια, αγριόχορτα, φτέρη, φύλλα των δέντρων, ή με λίγη ντομάτα τουρσί, μουχλιασμένη. Τα σαββατοκύριακα έβαζε και μια κουταλιά λάδι στο πιάτο της. Άλλες φορές άνοιγε καμιά κονσέρβα ψάρι και το έτρωγε όταν είχε πιάσει ένα δάχτυλο μούχλα. Έτρωγε και σε παλιά σκουριασμένα ορειχάλκινα σκεύη, αλλά δεν πάθαινε τίποτα. Νήστευε και με το παλαιό και με το νέο ημερολόγιο, για να μη σκανδαλίζει κανέναν και όταν κάποιοι διαμαρτύρονταν για τις «υπερβολές» της, τους απαντούσε: «Παιδεύω το σαρκίο μου».
Κι όμως, αυτή η αυστηρή με τον εαυτό της ασκήτρια ήταν πολύ γλυκιά και επιεικής με τους άλλους. Δεν κρατούσε δραχμή από τα χρήματα που της έδιναν, αλλά τα έκρυβε για να τα δώσει στους αναγκεμένους όταν θα ερχόταν η ώρα. Τα τότε κοριτσάκια, σημερινές γερόντισσες της Κλεισούρας, που μιλούσαν ελληνικά και βλάχικα, αγαπούσαν τη συντροφιά της, έστω κι αν δεν καταλάβαιναν τα ποντιακά της. Νουθετούσε τις άγαμες κοπέλες που τύχαινε να παραστρατήσουν, φρόντιζε να παντρευτούν, τις προίκιζε από τα χρήματα που της έδιναν και ανέθετε στην Παναγία την προστασία τους. «Η Παναΐα κι θα χαντ᾿ σας» (δεν θα σας χάσει η Παναγία), τους έλεγε.
Ποτέ δεν πλήγωσε ή στενοχώρησε κανένα. Αν καταλάβαινε ότι κάποιος είχε προβλήματα μέσα του, περνούσε από δίπλα του, του έλεγε ένα δυο λόγια, χωρίς να την αντιληφθούν οι άλλοι, απομακρυνόταν, κι εκείνος την ακολουθούσε. Τον παρηγορούσε, τον συμβούλευε, τον ενίσχυε με τη χάρη του Θεού, κι αυτός έφευγε άλλος άνθρωπος. Έλεγε πολλές φορές: «Αυτοί ήρθαν μαύροι στην Παναγία και φεύγουν άσπροι». Γνώριζε πολλά σκάνδαλα από ιερείς, μοναχούς, λαϊκούς... Δεν κατηγορούσε ποτέ κανέναν, αλλά έλεγε: «Να σκεπάζετε, να σας σκεπάζει ο Θεός».
Αγαπούσε και τα ζώα. Είχε μια αρκούδα, που ζούσε στο δάσος και την έλεγε «ρούσα». Ερχόταν κι έπαιρνε τροφή από τα χέρια της, της έγλειφε τα χέρια και τα πόδια από ευγνωμοσύνη κι επέστρεφε στο δάσος. Έβαζε ψίχουλα στα περβάζια των παραθύρων για τα πουλάκια, κι αυτά, όταν η αγία προσευχόταν, φτερούγιζαν γύρω της και κελαηδούσαν. Σαν να ζούσε στον Παράδεισο, πριν από την πτώση.
Είχε κοινωνία με την Παναγία και τους Αγίους. Το 1967 μ.Χ., αρρώστησε βαριά, από σκωληκοειδίτιδα ή κήλη, ώστε να διπλωθεί στα δύο από τον πόνο. Δεν δέχτηκε γιατρό αλλά έλεγε: «Θα ‘ρθει η Παναγία να με πάρει από τον πόνο». Έβαζε στουπιά η φυτίλια από τις κανδήλες, ώσπου σάπισε η πληγή κι έβγαζε κακοσμία. Τότε της εμφανίστηκε η Παναγία με τον αρχάγγελο Γαβριήλ και τον Άγιο Γεώργιο. Της είπε ο αρχάγγελος: «Θα σε κόψουμε τώρα». Αυτή απάντησε: «Είμαι αμαρτωλή, να εξομολογηθώ, να κοινωνήσω, και να με κόψεις». Μια «εγχείρηση θα σου κάνουμε», της απαντά. Έγινε η επέμβαση, η Σοφία έγινε καλά και συχνά σήκωνε χωρίς ντροπή την μπλούζα ή το φόρεμά της, για να δείξει στον κόσμο την τομή που έκλεισε μόνη της.
Η Οσία Σοφία, η «ἀσκήτισσα τῆς Παναγιᾶς» όπως αποκαλείται, εκοιμήθη εν Κυρίω στις 6 Μαΐου 1974 μ.Χ. Στις 7 Ιουλίου 1981 μ.Χ. γίνεται η πρώτη ανακομιδή των λειψάνων της, τα οποία ευωδιάζουν. Στις 27 Μαΐου 1998 μ.Χ. γίνεται η δεύερη ανακομιδή των λειψάνων της τα οποία μεταφέρονται στο μοναστήρι από το Σεβ. Μητροπολίτη Καστορίας κ.κ. Σεραφείμ.
Η Μεγάλη Εκκλησία την ενέταξε το 2011 μ.Χ. στις αγιολογικές δέλτους της και την 1η Ιουλίου 2012 μ.Χ., έγινε η επίσημη ανακήρυξή της από τον Οικουμενικό Πατριάρχη στην Καστοριά.
Τόσο την Ακολουθία του Εσπερινού και του Όρθρου όσο και τον Παρακλητικό κανόνα και τα Εγκώμια προς την Οσία, έγραψε ο Μέγας Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας, χαρισματούχος Δρ Χαράλαμπος Μπούσιας.
Τι θα έκανες αν έβρισκες μπροστά σου τον δολοφόνο του αδελφού σου;
Ο Άγιος Διονύσιος της Ζακύνθου δεν διάλεξε εκδίκηση. Διάλεξε συγχώρηση.
Σε αυτό το βίντεο ανακαλύπτουμε τη συγκλονιστική ιστορία του Αγίου Διονυσίου της Ζακύνθου — του Αγίου της συγχώρησης — και το γεγονός που τον έκανε να μείνει ζωντανός στη μνήμη της Εκκλησίας.
Μια αληθινή ιστορία για έλεος, μετάνοια και τη μεγαλύτερη νίκη: να νικήσεις το μίσος μέσα σου.
Ένας επίσκοπος συνελήφθη μέσα στην ίδια του την εκκλησία, στη μέση της νύχτας. Στρατιώτες μπήκαν με βία από τις πόρτες κατά τη διάρκεια αγρυπνίας.
Είχαν εντολές από τον αυτοκράτορα.
Το όνομα του επισκόπου ήταν Αθανάσιος — Πατριάρχης Αλεξανδρείας, ένας από τους πιο ισχυρούς Χριστιανούς ηγέτες στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία — και είχε περάσει ολόκληρη τη ζωή του αρνούμενος να αρνηθεί μία και μοναδική φράση.
Επρόκειτο να εξοριστεί για τρίτη φορά.
Πριν τελειώσει η ζωή του, θα εξοριζόταν πέντε φορές από τέσσερις διαφορετικούς αυτοκράτορες. Ήρθε μια στιγμή που στάθηκε μόνος — ο μοναδικός ορθόδοξος επίσκοπος που είχε απομείνει σε ολόκληρη την ανατολική αυτοκρατορία.
Από εκείνη τη στιγμή έρχεται η λατινική φράση που η ιστορία δεν θα ξεχάσει ποτέ: Athanasius contra mundum. Ο Αθανάσιος εναντίον του κόσμου.
Αυτή είναι η αληθινή ιστορία του Αγίου Αθανασίου του Μεγάλου (περίπου 296–373 μΧ), Επισκόπου Αλεξανδρείας για σαράντα πέντε χρόνια, υπερασπιστή του Συμβόλου της Νικαίας ενάντια στην αρειανική αίρεση, φίλου του Αγίου Αντωνίου του Μεγάλου, συγγραφέα του Περί της Ενανθρωπήσεως του Λόγου και του Βίου του Αντωνίου, και του πρώτου ανθρώπου στην ιστορία που απαρίθμησε τα είκοσι επτά βιβλία της Καινής Διαθήκης όπως τα γνωρίζουμε σήμερα.
Από την παρουσία του ως νεαρού διακόνου στη Σύνοδο της Νικαίας το 325 μΧ, μέσα από τις πέντε εξορίες του στη διάρκεια σαράντα ετών, τα έξι του χρόνια κρυμμένος στην έρημο της Αιγύπτου υπό την προστασία των Πατέρων της Ερήμου, τις αντιπαραθέσεις του με τέσσερις Ρωμαίους αυτοκράτορες, και τα τελευταία του χρόνια ειρήνης στην Αλεξάνδρεια — αυτό το επεισόδιο παρακολουθεί τη ζωή του επισκόπου που έσωσε το χριστιανικό δόγμα όταν ολόκληρη η αυτοκρατορία στράφηκε εναντίον του.
Αφηγημένη μέσα από τα ίδια τα έργα του Αθανασίου, τις ιστορίες του Ευσεβίου, του Σωκράτη Σχολαστικού και του Σωζομενού, τον Ορθόδοξο Συναξαριστή, και τη σύγχρονη επιστημονική έρευνα για την Εκκλησία του 4ου αιώνα.
Ο Άγιος Αθανάσιος μνημονεύεται στις 18 Ιανουαρίου (μαζί με τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας) και στις 2 Μαΐου (την ημέρα του θανάτου του) στην Ορθόδοξη παράδοση.
Ο βίος του Αγίου Γεωργίου του Μεγαλομάρτυρα — ενός από τους πιο αγαπητούς και τιμώμενους Αγίους της Ορθοδοξίας.
Ανακαλύψτε τη ζωή, το μαρτύριο, τα θαύματα και τη βαθιά πίστη του Αγίου που έγινε σύμβολο ανδρείας και ελπίδας.
Στο βίντεο παρουσιάζεται ολόκληρη η ιστορία του Αγίου, η σύνδεσή του με την ελληνική παράδοση, οι ναοί και η λατρεία του, καθώς και μια προσευχή γεμάτη ευλάβεια.
Ο Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος
Ο λαοφιλής Άγιος Γεώργιος ο μεγαλομάρτυρας και Τροπαιοφόρος γεννήθηκε περίπου το 275 μ.Χ. στην Καππαδοκία, από γονείς χριστιανούς. Ο πατέρας του, μάλιστα, πέθανε μαρτυρικά για το Χριστό όταν ο Γεώργιος ήταν δέκα χρονών. Η μητέρα του τότε τον πήρε μαζί της στην πατρίδα της την Παλαιστίνη, όπου είχε και τα κτήματα της. Όταν έγινε 18 χρονών, στρατεύθηκε στο ρωμαϊκό στρατό. Αν και νέος στην ηλικία, διεκπεραίωνε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις τέλεια. Όλοι τον θαύμαζαν για το παράστημα του. Γι' αυτό, γρήγορα τον προήγαγαν σε ανώτερα αξιώματα και του έδωσαν τον τίτλο του κόμη και ο Διοκλητιανός τον εκτιμούσε πολύ.
Ομολογητής Από την εποχή του αυτοκράτορα Δεκίου μέχρι την εποχή που ανέβηκε στον θρόνο ο Διοκλητιανός, το 283 μ.χ., η Χριστιανική Εκκλησία μεγάλωσε πάρα πολύ, γιατί επικρατούσε ειρήνη. Οι Χριστιανοί πήραν πολλές δημόσιες θέσεις, έκτισαν πολλούς και μεγάλους ναούς, διάφορα σχολεία και οργάνωσαν την διοίκηση και τη διαχείριση των εκκλησιών και της φιλανθρωπίας.
Ο Διοκλητιανός αρχικά εργάστηκε για την οργάνωση του κράτους του. Προσέλαβε στρατηγούς για βοηθούς του που τους ονόμασε αυτοκράτορες και Καίσσαρες κι αφού πέτυχε να υποτάξει τους εχθρούς του κράτους και να σταθεροποιήσει τα σύνορα του, στράφηκε στα εσωτερικά ζητήματα. Δυστυχώς, στράφηκε εναντίον της Χριστιανικής Θρησκείας για να ανορθώσει την ειδωλολατρία. Γι' αυτό το λόγο λοιπόν, κάλεσε τους βοηθούς του Καίσσαρες το 303 μ.χ. και τους στρατηγούς στην πρωτεύουσα του ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους σε τρεις γενικές συγκεντρώσεις. Ανάμεσα τους βρισκότανε και ο 28χρονος Γεώργιος, που διακρίθηκε πολλές φορές στους πολέμους.
Συγκεντρώθηκαν λοιπόν όλοι, για να πάρουν αποφάσεις για την εξόντωση και τον αφανισμό της Χριστιανικής πίστης. Πρώτος μίλησε ο Διοκλητιανός και επέβαλε σε όλους ν' αναλάβουν τον εξοντωτικό αγώνα εναντίον του Χριστιανισμού. Όλοι υποσχέθηκαν ότι θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια, για να εξαλείψουν την Χριστιανική Θρησκεία από το Ρωμαϊκό κράτος. Τότε ο γενναίος Γεώργιος σηκώθηκε και είπε: «Γιατί, βασιλιά και άρχοντες, θέλετε να χυθεί αίμα δίκαιο και άγιο και να εξαναγκάσετε τους Χριστιανούς να προσκυνούν και να λατρεύουν τα είδωλα»; Και διακήρυξε την αλήθεια της Χριστιανικής Θρησκείας και την Θεότητα του Χριστού.
Μόλις τέλειωσε, όλοι συγχυστήκανε μ' αυτή την ομολογία του και προσπάθησαν να τον πείσουν να μετανοήσει για όσα είπε, καταπραΰνοντας έτσι και τον Διοκλητιανό. Αλλά ο Γεώργιος ήταν σταθερός και με θάρρος διακήρυσσε την Χριστιανική του πίστη.
Άγιος Γεώργιος Μεγαλομάρτυρας & Τροπαιοφόρος: Ο Στρατιώτης που Νίκησε τον Φόβο και τον Θάνατο
Στη φυλακή Οργισμένος ο Διοκλητιανός διέταξε να τον κλείσουν στην φυλακή κα να του περισφίγξουν τα πόδια στο ξύλο και αφού τον ξαπλώσουν ανάσκελα, να βάλουν πάνω στο στήθος του μεγάλη και βαριά πέτρα.
Το άλλο πρωί ο Διοκλητιανός διέταξε να του παρουσιάσουν τον Γεώργιο για να τον ανακρίνει . Και πάλι αυτός έμεινε ακλόνητος στην ομολογία του και παρ' όλες τις κολακείες και τις υποσχέσεις του αυτοκράτορα διακήρυττε την πίστη του και μιλούσε για τους ουράνιους θησαυρούς. Ο Διοκλητιανός οργίστηκε από τα λόγια του και διέταξε τους δήμιους να δέσουν τον Άγιο σε ένα μεγάλο τροχό για να κομματιαστεί το σώμα του. Μάλιστα ειρωνεύτηκε την ανδρεία του Αγίου και τον κάλεσε να προσκυνήσει τα είδωλα. Ο Γεώργιος ευχαρίστησε τον Θεό που τον αξίωνε να δοκιμαστεί και δέχτηκε με ευχαρίστησε να υποστεί το φοβερό αυτό μαρτύριο, που χώριζε σε μικρά λεπτά κομμάτια ολόκληρο το σώμα του, επειδή γύρω γύρω από τον τροχό υπήρχαν μπηγμένα κοφτερά σίδερα, που μοιάζανε με μαχαίρια. Πραγματικά μόλις ο τροχός κινήθηκε τα κοφτερά σίδερα άρχισαν να κόβουν το σώμα του. Τότε ακούστηκε μια φωνή από τον ουρανό που έλεγε : «Μη φοβάσαι, Γεώργιε, γιατί εγώ είμαι μαζί σου» και αμέσως ένας άγγελος ελευθέρωσε τον Άγιο, λύνοντας τον από τον τροχό και θεραπεύτηκε όλο το καταπληγωμένο σώμα του.
Ο Γεώργιος αφού απέκτησε το θαυμάσιο παράστημα του, με όψη αγγελική, παρουσιάστηκε στον Διοκλητιανό που είχε πάει με άλλους να κάνει θυσία. Μόλις τον είδαν έμειναν όλοι έκθαμβοι και απορημένοι. Μερικοί δε ισχυριζόντουσαν ότι είναι κάποιος που του μοιάζει και άλλοι ότι είναι φάντασμα. Καθώς όμως σχολιάζανε το γεγονός, εμφανίστηκαν μπροστά στον βασιλιά δύο από τους αξιωματικούς του, ο Πρωτολέοντας και ο Ανατόλιος (βλέπε 23 Απριλίου) με χίλιους στρατιώτες και ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό. Ο Διοκλητιανός θύμωσε τόσο που έγινε έξαλλος και διέταξε να τους σκοτώσουν, πράγμα που έγινε αμέσως.
Έπειτα διέταξε να γεμίσουν αμέσως ένα λάκκο με ασβέστη και νερό και αφού ρίξουν μέσα τον Γεώργιο, να τον αφήσουν μέσα τρεις μέρες και τρεις νύχτες έτσι που να διαλυθούν και τα κόκκαλα του.
Πραγματικά οι δήμιοι ρίξανε τον Άγιο στον ζεματιστό ασβέστη και κλείσανε το στόμα του λάκκου. Μετά από τρεις μέρες ο Διοκλητιανός έστειλε στρατιώτες να ανοίξουν το λάκκο. Με μεγάλη τους έκπληξη όμως βρήκαν τον Γεώργιο όρθιο, μέσα στον ασβέστη και προσευχόταν. Το γεγονός εντυπωσίασε και προκάλεσε θαυμασμό και ενθουσιασμό στο λαό, που φώναζε: «Ο Θεός του Γεωργίου είναι μεγάλος». Ο Διοκλητιανός ζήτησε εξηγήσεις από τον Γεώργιο, που έμαθε τις μαντικές τέχνες και πως τις χρησιμοποιεί. Ο Γεώργιος τότε του απάντησε ότι τα γεγονότα ήταν αποτέλεσμα της θείας χάρης και δύναμης και όχι μαγείας και γοητείας.
Ο Διοκλητιανός οργισμένος διέταξε να του φορέσουν πυρακτωμένα παπούτσια με σιδερένια καρφιά και τον εξαναγκάσουν να περπατά. Ο Άγιος προσευχόταν και περπατούσε χωρίς να πάθει τίποτα. Πάλι διέταξε να τον φυλακίσουν και σκέφτηκε να φωνάξει του άρχοντες για να συσκεφτούν τι έπρεπε να κάμουν στον Γεώργιο. Και αφού τον δείρανε τόσο πολύ με μαστίγια και καταπλήγωσαν ολόκληρο το σώμα του Αγίου, τον παρουσίασαν στον Διοκλητιανό, που έμεινε έκπληκτος βλέποντας τον Γεώργιο να λάμπει σαν Άγγελος. Σκέφτηκε, λοιπόν, ότι το φαινόμενο αυτό οφειλόταν στις μαγικές του ικανότητες. Γι' αυτό κάλεσε τον μάγο Αθανάσιο (βλέπε 23 Απριλίου), για να λύσει τα μάγια του Γεωργίου.
Αβλαβής από το δηλητήριο Ήλθε, λοιπόν ο μάγος Αθανάσιος, κρατώντας στα χέρια του δύο πήλινα αγγεία, όπου υπήρχε δηλητήριο. Στο πρώτο αγγείο το δηλητήριο προξενούσε τρέλα, ενώ στο δεύτερο τον θάνατο.
Αμέσως οδήγησαν τον Άγιο στον Διοκλητιανό και στον μάγο Αθανάσιο. Ο βασιλιάς διέταξε να του δώσουν να πιει το πρώτο δηλητήριο. Ο Άγιος χωρίς δισταγμό ήπιε το δηλητήριο του πρώτου δοχείου, αφού προηγουμένως προσευχήθηκε , λέγοντας: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ο ειπών καν θανάσιμον τι πίωτιν, ου μη αυτούς βλάψει, θαυμάστωσον νυν τα ελέη σου». Και δεν έπαθε απολύτως τίποτα!
Μόλις είδαν ότι δεν έπαθε απολύτως τίποτα, ο βασιλιάς διέταξε να του δώσει ο μάγος και το δεύτερο αγγείο. Το ήπιε και αυτό χωρίς να πάθει το παραμικρό. Τότε όλοι έμειναν έκπληκτοι από αυτό το θαύμα. Ο Διοκλητιανός εξακολουθούσε να επειμένει ότι για να μην πεθάνει ο Γεώργιος είχε δικά του μάγια. Ο μάγος Αθανάσιος που ήξερε πόσο δραστικά ήταν τα δηλητήρια, αφού γονάτισε μπροστά στον μάρτυρα, ομολόγησε την πίστη του στον αληθινό Θεό. Τότε ο Διοκλητιανός διέταξε και φόνευσαν τον Αθανάσιο αμέσως. Εκείνη την στιγμή έφθασε και η γυναίκα του Διοκλητιανού Αλεξάνδρα (βλέπε 21 Απριλίου), που ομολόγησε την πίστη της στον αληθινό Θεό. Και ο σκληρός και άκαρδος Διοκλητιανός διέταξε να την φυλακίσουν και την επομένη να της κόψουν το κεφάλι. Η Αλεξάνδρα ενώ προσευχόταν στην φυλακή, παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού.
Το μαρτυρικό τέλος του Αγίου Ο Άγιος Γεώργιος κλείστηκε στην φυλακή και την νύκτα είδε στ' όνειρο του τον Χριστό, που του ανάγγειλε ότι θα πάρει το στεφάνι του μαρτυρίου και θα αξιωθεί της αιωνίου ζωής. Σαν ξημέρωσε διατάχτηκαν οι στρατιώτες από τον Διοκλητιανό να παρουσιάσουν μπροστά του τον Άγιο. Πραγματικά ο Άγιος βάδιζε γεμάτος χαρά προς τον βασιλέα, επειδή προγνώριζε ότι έφτασε το τέλος του. Μόλις λοιπόν τον αντίκρισε ο Διοκλητιανός, του πρότεινε να πάνε στον ναό του Απόλλωνα για να θυσιάσει στο είδωλο του. Όταν μπήκε ο Άγιος στον ναό, σήκωσε το χέρι και αφού έκανε το σημείο του σταυρού διέταξε το είδωλο να πέσει. Αμέσως τούτο έπεσε και έγινε κομμάτια.
Ο ιερέας των ειδώλων και ο λαός τόσο πολύ θύμωσαν, που φώναζαν στον βασιλέα να θανατώσει τον Γεώργιο. Ο Διοκλητιανός έβγαλε διαταγή και του έκοψε το κεφάλι.
Ο πιστός υπηρέτης του Αγίου, Πασικράτης, εκτελώντας την επιθυμία του Αγίου, παρέλαβε το Άγιο λείψανο του Μάρτυρα μαζί με αυτό της μητέρας του Αγίας Πολυχρονίας (βλέπε 23 Απριλίου) και το μετέφερε στη Λύδδα της Παλαιστίνης. Από εκεί, όπως βεβαιώνουν οι πηγές, οι Σταυροφόροι πήραν τα ιερά λείψανα της Αγίας Πολυχρονίας και τα μετέφεραν στη Δύση.
Κατά την Εκκλησία μας, ο ένδοξος αυτός μεγαλομάρτυρας είναι ο μαργαρίτης ο πολύτιμος, ο αριστεύς ο θείος, ο λέων ο ένδοξος, ο αστήρ ο πολύφωτος, του Χριστού οπλίτης, της ουρανίου στρατιάς ο συνόμιλος.
Στη δεκαετία του 1960, όταν ήμουν διάκονος στη Μονή Αγίου Ιωάννου Θεολόγου στην Πάτμο, ο γέροντάς μας, ο πατήρ Αμφιλόχιος, συνήθιζε να μας λέει: «Γνωρίζετε πως ο Θεός μάς έδωσε μία ακόμη εντολή, που δεν αναφέρεται στην Αγία Γραφή;
Είναι η εντολή να αγαπάτε τα δέντρα».
Πίστευε πως όποιος δεν αγαπούσε τα δέντρα δεν αγαπούσε τον Χριστό.
«Όταν φυτεύετε ένα δέντρο», μας έλεγε, «φυτεύετε ελπίδα, φυτεύετε ειρήνη, φυτεύετε αγάπη και θα λάβετε τη χάρη του Θεού».
"Σύμφωνα με την εύστοχη έκφραση του Μητροπολίτη
Διοκλείας Κάλιστου Ware, ο Όσιος Αμφιλόχιος Μακρής υπήρξε ένας οικολόγος πριν
τα οικολογικά κινήματα.
[...] Ο άγιος Αμφιλόχιος της Πάτμου ακολουθώντας τα
ίχνη του Κυρίου αγάπησε κάθε έμψυχο και άψυχο δημιούργημα του Θεού. Με το
παράδειγμά του δίδαξε την ιερότητα της φύσης. Συγχρόνως πρωτοποριακά έστρεψε
την προσοχή των χριστιανών στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και
κινητοποίησε πλήθος ανθρώπων να ευαισθητοποιηθούν για την προστασία του
πλανήτη.
Σε αυτό το πλαίσιο ανέδειξε ότι ο άνθρωπος ως εικόνα
του Θεού έχει το χρέος και την αποστολή να λειτουργεί ως «κηπουρός» και να
καλλύνει τον κόσμο φροντίζοντας τη φύση και οπωσδήποτε παραμερίζοντας τον
εγωκεντρισμό του και τις συμφεροντολογικές του επιδιώξεις. Η φύση αποτελεί το
πεδίο σωτηρίας του ανθρώπου".
(απόσπασμα από
το Ν. Τσιρέβελου, "Ένας οικολόγος άγιος πριν τα οικολογικά κινήματα: Άγιος
Αμφιλόχιος της Πάτμου" στο Νικολάου Ασπρούλη - π Αμφιλόχιου Μήλτου, Υπερ
ευκρασίας αέρων, ευφορίας των καρπών της γης... Οικοδομώντας ένα οικολογικό
ήθος, Εκδοτική Δημητριάδος, Βόλος 2023, σ. 95-112)
«ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος» (Πρὸς Ἑβραίους 11, 38)
Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι;
Άγνωστοι. Διωγμένοι. Περιφρονημένοι.
Κι όμως… αιώνιοι.
Σε έναν κόσμο που μετρά την αξία με αναγνώριση και επιτυχία,
η Αγία Γραφή αποκαλύπτει μια άλλη αλήθεια:
Υπάρχουν ψυχές που ο κόσμος δεν κατάλαβε ποτέ…
αλλά ο Θεός τις γνώρισε.
Στην Α΄ Κυριακή των Νηστειών,
η Εκκλησία μας καλεί να θυμηθούμε ότι
η αληθινή αξία δεν φαίνεται προς τα έξω,
αλλά χτίζεται μέσα στην πίστη, την υπομονή και τον σιωπηλό αγώνα.
Αυτό το βίντεο είναι μια σύντομη υπενθύμιση:
Δεν χρειάζεται να σε αποδεχθεί ο κόσμος για να έχει αξία η ζωή σου.
Σε εποχές αβεβαιότητας και φόβου, οι Άγιοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας δείχνουν τον δρόμο της ελπίδας.
Σε αυτό το βίντεο ακούγονται λόγια από μεγάλους αγίους της πίστης μας, όπως ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, ο Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης και ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης.
Οι λόγοι τους μάς θυμίζουν ότι ακόμη και στους πιο δύσκολους καιρούς υπάρχει δρόμος: μετάνοια, προσευχή, ταπείνωση και εμπιστοσύνη στον Θεό.
Στην εποχή μας, πολλοί νιώθουμε την ψυχή μας κουρασμένη, άδεια, παγωμένη. Όχι επειδή δεν πιστεύουμε, αλλά επειδή ζούμε μέσα σε διαρκή θόρυβο, άγχος και πνευματική ξηρασία.
Ο Άγιος Παΐσιος μιλούσε συχνά για αυτή την εσωτερική παγωνιά. Και έδινε μια απλή, πρακτική απάντηση:
τη μελέτη των Συναξαριστών, των Βίων των Αγίων.
Σε αυτό το βίντεο θα ανακαλύψεις:
• γιατί η καρδιά «κρυώνει» ακόμα κι όταν προσευχόμαστε
• πώς η πνευματική μελέτη λειτουργεί σαν πνευματικό καλοριφέρ
• γιατί οι Βίοι των Αγίων ζεσταίνουν την ψυχή χωρίς να τη συνθλίβουν
• πώς το φιλότιμο γίνεται δύναμη και όχι ενοχή
• με ποιον τρόπο να διαβάζεις, ώστε η μελέτη να γίνεται προσευχή
Δεν είναι θεωρία.
Είναι λόγια, εμπειρίες και συμβουλές που έχουν δοκιμαστεί στην πράξη.