Αυτή
συνίσταται στο μεγαλύτερο μέρος της στη λατρεία πνευμάτων.
Τα πνεύματα αυτά είναι προσωποποιημένα όντα,
καλά ή κακά, που κατοικούν σε φυσικά όντα ή αντικείμενα, όπως ορισμένοι
άνθρωποι,
δέντρα, ζώα, λίμνες, ποτάμια, βουνά, εδαφικές περιοχές∙ σε φυσικά φαινόμενα,
όπως ο άνεμος και η βροχή, αλλά και σε φαινόμενα όπως οι επιδημικές αρρώστιες
που θεωρούνται ότι είναι εξωτερικές
εκδηλώσεις πνευμάτων.
Πνεύματα
επίσης είναι οι ψυχές των νεκρών και γενικά των προγόνων.
Οι
πρόγονοι αποτελούν τη μορφή εκείνη του υπερφυσικού, στην οποία περισσότερο από όλες
απευθύνεται η αφρικανική θρησκευτικότητα.
Αυτοί
προστατεύουν την οικογένεια και εξασφαλίζουν τη γονιμότητα, την υγεία και
γενικά την ευημερία της.
Στα
πνεύματα, προγονικά ή μη, αποδίδεται σχεδόν καθετί που συμβαίνει.
Έτσι, η πίστη σ’' αυτά εξηγεί τα συμβαίνοντα
στον κόσμο και δημιουργεί ένα γενικό πλαίσιο που δίνει νόημα στη ζωή και
μάλιστα στις διάφορες δοκιμασίες.
Κατά την
τέλεση του μυστηρίου του Γάμου χρησιμοποιούνται υλικά στοιχεία, ως σύμβολα
κάποιων βαθύτερων αληθειών.
1. Τα δακτυλίδια
είναι η σφραγίδα της ένωσης αλλά και η έκφραση της σταθερότητας της σχέσης,
της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αλληλοπροσφοράς των συζύγων.
2. Τα στεφάνια
αποτελούν την επιβράβευση για την εντιμότητα της ζωής των νυμφευόμενων
μέχρι το Γάμο. Οι σύζυγοι στεφανώνονται ως άρχοντες, διότι αποκτούν και πάλι τη
θέση του συνδημιουργού.
3. Το κοινό
ποτήριο μας θυμίζει ότι κάποτε το μυστήριο του Γάμου γινόταν μαζί με τη
Θεία Ευχαριστία και ότι οι νεόνυμφοι μεταλάμβαναν. Υπενθυμίζει, επίσης ότι σι
σύζυγοι θα έχουν πλέον κοινή συμμετοχή
στις χαρές και στις λύπες.
4. Ο
χορός γύρω από το τραπέζι με το τροπάριο «Ησαΐα χόρευε...»
εκφράζει τη χαρά και το πανηγυρικό αίσθημα που συνοδεύει το Γάμο. Επίσης
έκφραση ευχής για την ευτεκνία και την προκοπή του ζεύγους
είναι το ρύζι που ρίχνεται κατά τη διάρκεια του χορού.
Στις Ουπανισάδες
(μια
σειρά βιβλίων και γράφηκαν
περ. από το 800 ως το 500 π.Χ.) η θεία
πραγματικότητα που αποτελεί το υπόστρωμα του σύμπαντος
ονομάστηκε Μπράχμαν.
Όπως ο αέρας που, αν και άμορφος, μπορεί να
περικλειστεί μέσα στα δοχεία, έτσι και μέσα σε κάθε τι υπάρχει ένα «τμήμα» του
Μπράχμαν, ένα θείο στοιχείο.
Αυτό ονομάζεται Άτμαν. Μ’ αυτόν τον
τρόπο όλα τα όντα είναι στο βάθος τους Άτμαν και άρα μέρος του Μπράχμαν.
Το ίδιο και ο άνθρωπος.
Μόνο που αυτός, γοητευμένος από τον κόσμο,
έχει συνεχώς στραμμένο το νου του προς αυτόν και άρα προς τα έξω και αγνοεί ότι
το βάθος του εαυτού του είναι η θεία πραγματικότητα.
Ενώ στις
Βέδες ο κόσμος θεωρείται ως κάτι καλό, στις Ουπανισάδες καλό
θεωρείται μόνο το Μπράχμαν. Ο κόσμος είναι μια δευτερεύουσα πραγματικότητα
και όχι η βασική και αληθινή. Εξάλλου αποτελείται
από όντα
που βρίσκονται σε κατάσταση περιορισμού και μεταβολής. Τα έμβια
όντα, μεταξύ των οποίων και ο άνθρωπος, αισθάνονται οδυνηρά αυτήν την
κατάσταση. Βιώνουν λοιπόν την ύπαρξη ως πόνο.
Στις Ουπανισάδες
εμφανίζονται, επίσης, δύο άλλες ιδέες, που είναι άγνωστες
στις Βέδες. Αυτές είναι η σαμσάρα και το κάρμα.
Σαμσάρα είναι η
ανακύκληση των υπάρξεων. Σύμφωνα μ’ αυτήν την αντίληψη τα έμβια όντα
δε ζουν μόνο μια φορά αλλά αφού μια μορφή ύπαρξης διαλυθεί,
κάτι από αυτήν επιβιώνει και μεταβαίνει σε άλλη μορφή ύπαρξης.Δημιουργείται
έτσι ένας ατέρμων κύκλος μετενσαρκώσεων που διατηρεί συνεχώς τα όντα σε κάποια
μορφή ύπαρξης.
Κάρμα σημαίνει πράξη.
Οι πράξεις
που το ον διέπραξε στην προηγούμενη μορφή ύπαρξης είναι εκείνες
που προσδιορίζουν τη μορφή στην οποία θα μεταβεί. Τέτοιες μορφές εκτός από την
ανθρώπινη μπορούν να είναι μια ζωική, μια δαιμονική σε κάποια κόλαση
ή μια θεϊκή σε κάποιο ουρανό. Τι πράξεις κάνει ο άνθρωπος
εξαρτάται από εκείνο που επιθυμεί.
Έτσι
τελικά μετενσαρκώνεται κάθε φορά σε κάποια μορφή ύπαρξης ανάλογη με την
επιθυμία του.
Η ατέρμονη
παραμονή σε κάποια μορφή ύπαρξης, δηλαδή σε μια κατάσταση
που ταυτίζεται με την οδύνη, προκάλεσε το αίτημα της απελευθέρωσης (μούκτι ή
μόξα) από αυτή.
Σύμφωνα με
τις Ουπανισάδες, αυτή
επιτυγχάνεται με τη σταδιακή απόσυρση του νου του ανθρώπου από τον
εξωτερικό κόσμο και τη στροφή του προς τον εσωτερικό με τελικό
σκοπό την ταύτιση του νου με το Άτμαν και μέσω αυτού με το Μπράχμαν.
Η
διαδικασία αυτή, από τη σταδιακή απόσυρση του νου από τον
εξωτερικό κόσμο ως την ταύτιση ή ένωση με το Μπράχμαν ονομάζεται γιόγκα.
Η χρήση της γιόγκα γι’ αυτό το σκοπό καθιστούσε
το έργο της
σωτηρίας μια ατομική προσπάθεια που μπορούσε να αναλάβει ο καθένας μόνος του.
Είναι
μεγάλη τιμή και ξεχωριστό προνόμιο το να είμαστε μέλη της Εκκλησίας του
Χριστού.
Η ένταξή
μας στην άγια ποίμνη της Εκκλησίας γίνεται με το
μυστήριο του Βαπτίσματος.
Το σύστησε
ο ίδιος ο Κύριος με την εντολή που έδωσε στους
μαθητές του να βαπτίζουν τους ανθρώπους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και
του Αγίου Πνεύματος (Ματθ. 28,19).
Ο ίδιος
βαπτίστηκε και η βάπτισή
του έγινε τύπος και υπογραμμός του δικού μας Βαπτίσματος.
Στην πρώτη
χριστιανική εποχή, οι άνθρωποι βαπτίζονταν μεγάλοι, όπως γίνεται
σήμερα στις χώρες της ιεραποστολής και στην Ελλάδα με αρκετούς οικονομικούς
πρόσφυγες.
Η κατήχησή τους κρατούσε τρία χρόνια και τη
νύχτα του Πάσχα βαπτίζονταν ομαδικά. Ανάλογα με το στάδιο της κατήχησης
λέγονταν:
ακροώμενοι,
κυρίως κατηχούμενοι και φωτιζόμενοι.
Οι πρώτοι
άκουγαν το λόγο του Θεού, χωρίς άλλη υποχρέωση.
Οι
δεύτεροι παρακολουθούσαν το πρώτο μέρος της Θείας Λειτουργίας με την υποχρέωση
να ζουν χριστιανικά και οι τρίτοι ήταν εκείνοι που τους χώριζαν από το Βάπτισμα
λίγες εβδομάδες.
Αλλά και
μετά το Βάπτισμα συνεχιζόταν η κατήχηση για τους νεοφώτιστους.
Όταν
επικράτησε ο νηπιοβαπτισμός (5ος αι.), η κατήχηση ανατέθηκε στον ανάδοχο και
στους γονείς του νηπίου.
Στην
ακολουθία του Βαπτίσματος, είναι ενσωματωμένο και το μυστήριο του Χρίσματος.
Η πράξη
της χρίσης είναι γνωστή από την Παλαιά Διαθήκη. Βασιλείς, ερείς,
προφήτες χρίονται πριν αναλάβουν το έργο τους. Ήταν σημάδι κλήσης και
αφιέρωσης στο Θεό.
Ο Κύριος
είναι ο Μεσσίας (=χρισμένος), γιατί ως άνθρωπος χρίστηκε με το Άγιο Πνεύμα κατά
τη Βάπτισή του.
Στην Καινή
Διαθήκη, βλέπουμε τους αποστόλους να θέτουν τα χέρια τους στους βαπτιζόμενους, οι
οποίοι με τη χειροθεσία αυτή λάβαιναν το Άγιο Πνεύμα (Πράξ. 8, 17).
Ο ιερέας,
ύστερα από κατάλληλη ευχή, χρίει το νεοφώτιστο σ’ όλα τα μέρη του σώματός του
με Άγιο Μύρο κάνοντας το σημείο του σταυρού και λέγοντας: «Σφραγίς δωρεᾶς
Πνεύματος Ἁγίου. Ἀμήν».
Η
συμβολική αυτή πράξη βεβαιώνει τη δωρεά των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος.
Έτσι το
Χρίσμα έχει μια βαθύτερη σημασία. Με το μυστήριο του Βαπτίσματος γίναμε
νεοσύλλεκτοι στρατιώτες του Χριστού.
Με το
Χρίσμα εξοπλιζόμαστε, τελειοποιούμε τις πνευματικές μας δυνάμεις, γινόμαστε κοινωνοί
και μέτοχοι της ζωή του Χριστού.
Δε φθάνει που ξαναγεννηθήκαμε, πρέπει και πνευματικά
να προοδεύσουμε.
Ο καθένας
μας ως μέλος της Εκκλησίας πρέπει να είναι: βασιλιάς, που κυριαρχεί στα πάθη
του, ιερέας, που προσφέρει στον Κύριο πνευματικές θυσίες και προφήτης, που
διδάσκει τους συνανθρώπους του.
Επειδή αξιωθήκαμε να χριστούμε, έχουμε το
όνομα χριστιανός και είναι τιμή μας αυτό.
Οι πρώτοι
χριστιανοί όταν σύρονταν στα δικαστήρια και τους ρωτούσε ο δικαστής ποιο ήταν
το όνομά τους, απαντούσαν: «Είμαστε χριστιανοί».
Η Εκκλησία
ευλογεί και εντάσσει στο σώμα της την ένωση του άνδρα και της γυναίκας «εἰς
σάρκα Μίαν» με το μυστήριο του Γάμου.
Με την
ευλογία του Θεού, η ένωση αυτή γίνεται συζυγία, κοινωνία ζωής και
σωμάτων με στόχο την τελείωση των προσώπων και τη σωτηρία.
Η απόκτηση
παιδιών δεν είναι ο πρώτος ή ο μοναδικός σκοπός του Γάμου.
Τα παιδιά
είναι καρπός της αγαπητικής σχέσης των συζύγων.
Έτσι,
δημιουργείται η οικογένεια, η «κατ’ οἶκον Ἐκκλησία».
Ο Θεός
δημιούργησε και ευλόγησε το πρώτο ζευγάρι. Η Εύα ήταν για τον Αδάμ σάρκα από τη
σάρκα του, συμπορευτής του στο δρόμο για την τελείωση και την ένωση με το Θεό.
Η αρχική
αυτή ενότητα και η κοινή πορεία του ζεύγους διασπάστηκε από την πτώση του ανθρώπου.
Έτσι άρχισαν οι έχθρες και οι
εγωιστικές αντιπαραθέσεις μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας.
Ο Χριστός,
όμως, ευλογώντας το Γάμο, μεταμορφώνει τα αποτελέσματα της πτώσης σε μια
κοινωνία ενότητας του ανδρογύνου, μεταξύ τους και
με το Θεό.
Η σημαντικότερη
στιγμή του μυστηρίου του Γάμου είναι όταν ο ιερέας ενώνει τα χέρια των
νυμφευόμενων (η λεγόμενη «άρμοση των χειρών»).
Η ωραία
αυτή συνήθεια σημαίνει την αδιάσπαστη ένωσή τους αλλά και την τιμή που δείχνει
στο νέο ζευγάρι ο Θεός, ο οποίος οδηγεί τη γυναίκα προς τον άνδρα ως
νυμφαγωγός, όπως κάποτε είχε οδηγήσει την Εύα προς τον Αδάμ.
Ο
απόστολος Παύλος ονομάζει «μέγα» το μυστήριο του
Γάμου (παραπάνω κείμενο), διότι η ένωση του άνδρα
και της γυναίκας «εἰς σάρκα μίαν»
έχει ως πρότυπο την ένωση του Χριστού με την Εκκλησία.
Είναι
αδύνατη η εφαρμογή της αγάπης μεταξύ των ανθρώπων χωρίς την αναφορά στο Θεό.
Γι’ αυτό
τονίζεται ότι ο άνδρας αγαπά και φροντίζει τη γυναίκα όπως αγάπησε την Εκκλησία
ο Χριστός (δηλαδή
μέχρι θανάτου), η δε γυναίκα υπακούει στον άνδρα όπως η Εκκλησία στο Χριστό.
Ο άνδρας θεωρείται
ως κεφαλή της γυναίκας όχι με την έννοια της εξουσίας, αλλά με την έννοια της
θυσίας όπως ακριβώς συνέβη με το Χριστό, που είναι η κεφαλή της Εκκλησίας.
Η καταγωγή της Ινδουιστικής θρησκείας
βρίσκεται στο μακρινό παρελθόν.
Ο Ινδουισμός δεν έχει κανέναν ιδρυτή
ή ηγέτη και κανένα μοναδικό ιερό βιβλίο, αλλά αριθμεί πάνω από 1 δις
εκατομμύρια πιστούς και είναι η τρίτη μεγαλύτερη θρησκεία στον κόσμο.
Οι Ινδουιστές μπορεί να έχουν
διαφορετικά πιστεύω και να αφοσιώνονται σε διαφορετικούς θεούς, αλλά μέσα σε
αυτή την ποικιλία υπάρχει η κοινή κεντρική πίστη στο Brahman (Μπραχμάν), το
ανώτερο πνεύμα.
Πιστεύουν ότι σε ολόκληρη την ύπαρξη,
το Brahman είναι το μόνο πράγμα που δεν αλλάζει, η απόλυτη πραγματικότητα.
Οι Ινδουιστές πιστεύουν ότι το Atman, ο πραγματικός εαυτός, κατοικεί σε
πολλά σώματα διαδοχικά και ότι μετά το θάνατο, το Atman ενός ανθρώπου
ξαναγεννιέται σε ένα άλλο σώμα. Ο κύκλος της γέννησης και της αναγέννησης
ονομάζεται μετεμψύχωση.
Οι Ινδουιστές αναζητούν την Nirvana, απόδραση από τον ατελείωτο κύκλο
της αναγέννησηςγια να πετύχουν την
ένωση με το Brahman.
Αντιγραφή απο το φωτόδεντρο (με την προσθήκη υποτίτλων).