Κάθε
πιστός διαλέγει ο ίδιος τη θεότητα που του αρέσει. Γι’ αυτό αυτή λέγεται
«θεότητα της προτίμησης ».
Μπορεί,
όμως, παράλληλα, να λατρεύει και άλλες θεότητες, τις οποίες θεωρεί εκφράσεις του
θεού της προτίμησης.
Π.χ. ο
πιστός του Σίβα θεωρεί τον Βίσνου, τη Ντέβι και άλλους θεούς εκφράσεις του
Σίβα, όπως και ο πιστός του Βίσνου, τον Σίβα, Ντέβι κ.λπ. εκφράσεις του Βίσνου.
Αυτή η ιδέα
αποδίδεται εικαστικά με το λεγόμενο «τριμούρτι». Π.χ. στο «Σίβα Τριμούρτι»
έχομε στο κέντρο τον Σίβα και δεξιά και αριστερά του, ως δευτερεύουσες
εκφράσεις του, τον Βίσνου και τον Μπράχμα.
Μεταξύ των
κοινών στοιχείων στις θρησκείες του Ινδουισμού είναι ο ίδιος (σε μεγάλο
ποσοστό) τρόπος λατρείας.
Αυτός είναι η λεγόμενη «πούτζα» που μπορεί να
μεταφραστεί ως «τιμή» (του αγάλματος (μούρτι) της θεότητας).
Πρόκειται
για την κυριότερη θρησκευτική πράξη της Ινδίας. Αυτή ξεκίνησε από τον 2ο αι.
π.Χ. και βαθμιαία επικράτησε αντικαθιστώντας τη θυσία (που, ωστόσο, διατηρείται
ακόμα σποραδικά).
Αποτελείται
από πράξεις που αποτελούν απομίμηση της υποδοχής, της φροντίδας και του
αποχαιρετισμού ενός φιλοξενούμενου.
Στους ναούς, όπου το άγαλμα δεν είναι
φιλοξενούμενος αλλά ο κύριος, οι πράξεις που γίνονται από τους ιερείς, παίρνουν
τη μορφή ενός τυπικού που αποτελείται από το ξύπνημα, το πρωϊνό λουτρό του
κυρίου, την επάλειψη ή περίχυση με αρώματα ή διάφορα υγρά όπως γάλα, το ντύσιμό
του κ.λπ.
Περιλαμβάνεται βέβαια και η προσφορά τροφής, λιβανιού,
αναμμένου λυχναριού, λουλουδιών, περίχυση με υγρά όπως γάλα, λειωμένο βούτυρο,
και άλλων πολύτιμων πραγμάτων.
Σημαντικό
στοιχείο της λατρείας είναι η συνάντηση των ματιών του πιστού με τα μάτια του
αγάλματος.
Στα σπίτια
η «πούτζα» γίνεται αφού η οικογένεια καθαρθεί και περιλαμβάνει, ανάλογα και με
τις δυνατότητες, περίπου τις ίδιες πράξεις.
Συχνά περιορίζεται στην προσφορά τροφών,
λιβανιού και στην κυκλική περιφορά μπροστά από το άγαλμα (ή την εικόνα) ενός αναμμένου
λυχναριού.
Εορταστικές
εκδηλώσεις που αφορούν κάποια από τις θεότητες ή κάτι από τη ζωή της (π.χ. τα
γενέθλια του Κρίσνα) υπάρχουν πάμπολλες στην Ινδία, κάποιες από τις οποίες
έχουν πανινδική εμβέλεια.
«Μπάκτι»
είναι η χρησιμοποίηση των διαφόρων μορφών του αισθήματος της αγάπης, που
ξεκινούν από τη φιλία, την τρυφερότητα, τη στοργή κ.λπ. και φτάνουν στον έρωτα,
ως μέσα για λατρεία αλλά και
για ένωση με το θείο.
Η μπάκτι βρίσκεται κυρίως στη λατρεία του
Κρίσνα, είτε αυτός θεωρείται αβατάρ του Βίσνου ή η κύρια προσωπική εμφάνιση του
Μπράχμαν.
Στην Αγιοκατάταξη του Παπά – Τύχωνα του Αγιορείτη, του πνευματικού του
Αγίου Παϊσίου, προέβη σήμερα η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού
Πατριαρχείου η οποία συνεδριάζει στο Φανάρι υπό τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ.
Βαρθολομαίο.
Τα 4 τελευταία χρόνια της οσιακής ζωής του Ρώσου μοναχού και ιερέα Τύχωνα, που από το 1964 ως το 1968 υπήρξε Πνευματικός καθοδηγητής του μοναχού και μετέπειτα Αγίου Παϊσίου.
Το βίντεο περιέχει αποσπάσματα από την τηλεοπτική σειρά "Από τα Φάρασα στον Ουρανό".
O Παπα - Τύχων γεννήθηκε στη Ρωσία, στη Νόβια Μιχαλόσκα το 1884. Οι γονείς του, ο Παύλος και η Ελένη, ήταν ευλαβείς άνθρωποι και επόμενο ήταν και ο γιος τους, ο Τιμόθεος κατά κόσμον, να έχει κληρονομική την ευλάβεια και την αγάπη προς τον Θεό και να θέλει να αφιερωθεί στον Θεό από μικρό παιδί.
Μετά λοιπόν από τα Μοναστήρια της πατρίδας του, έκανε προσκύνημα στο Θεοβάδιστον Όρος του Σινά, όπου παρέμεινε δύο μήνες, και από εκεί στους Αγίους Τόπους, όπου και ασκήτεψε ένα χρονικό διάστημα, πέρα από τον Ιορδάνη ποταμό. Ενώ τον βοηθούσε ο Άγιος Τόπος, ησυχία όμως δεν έβρισκε από το ανήσυχο κοσμικό πνεύμα της εποχής μας. Γι' αυτό αναγκάστηκε να φύγει για το Άγιον Όρος.
Στο Άγιον Όρος, η πρώτη του μετάνοια ήταν το Κελί του Μπουραζέρι, όπου και παρέμεινε πέντε χρόνια. Επειδή σ' αυτό δεν εύρισκε ησυχία από τους πολλούς προσκυνητές Ρώσους, πήρε ευλογία και πήγε στα Καρούλια και εκεί ασκήτεψε δεκαπέντε χρόνια. Όλο το διάστημα στα Καρούλια περνούσε με σκληρούς αγώνες. Φιλότιμα αγωνιζόταν για να γίνει και εσωτερικά Άγγελος και όχι μόνο εξωτερικά με το Αγγελικό Σχήμα.
Μετά από τα Καρούλια ήρθε στην άκρη της Καψάλας (πάνω από την Καλιάγρα), σ' ένα Κελί Σταυρονικητιανό, και γηροκόμησε έναν Γέροντα. Αφού πέθανε το Γεροντάκι, και πήρε την ευχή του, έμεινε μόνος του στην Καλύβη. Από τότε όχι μόνο δεν αμέλησε τους πνευματικούς του αγώνες, αλλά τους αύξησε και επόμενο ήταν να δεχθεί πλούσια την Χάρη του Θεού, αφού αγωνιζόταν φιλότιμα και με πολλή ταπείνωση.
Η Θεία Χάρις πια τον φανέρωνε στους ανθρώπους, κι έτρεχαν πολλοί πονεμένοι άνθρωποι, για να τον συμβουλευθούν και να παρηγορηθούν από την πολλή του αγάπη. Άλλοι τον παρακαλούσαν να ιερωθεί, για να βοηθάει πιο θετικά με το Μυστήριο της θείας Εξομολογήσεως, αφού θα έδινε και την άφεση των αμαρτιών. Αυτή την ανάγκη, να βοηθηθούν οι άλλοι, την διεπίστωσε και ο ίδιος και δέχτηκε να χειροτονηθεί.
Για τον εαυτό του ο Γέροντας δεν νοιαζόταν καθόλου ούτε και φοβόταν, γιατί είχε πολύ φόβο Θεού (θεία συστολή) και ευλάβεια. Επειδή αγωνιζόταν και με πολλή ταπείνωση, δεν διέτρεχε ούτε τον πνευματικό κίνδυνο της πτώσεως. Πάντα με το Δόξα σοι ο Θεός θα άρχιζε και με το Δόξα σοι ο Θεός θα τελείωνε ο Γέροντας. Είχε συμφιλιωθεί πια με τον Θεό, γι' αυτό χρησιμοποιούσε περισσότερο το Δόξα σοι ο Θεός παρά το Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με. Κινείτο, όπως είδαμε, στον θείο χώρο, αφού λάμβανε μέρος και στην ουράνια δοξολογία με τους Αγίους Αγγέλους την ώρα της Θείας Λειτουργίας.
Το 1968 είχε προαισθανθεί πια τον θάνατο του, γιατί συνέχεια ανέφερε για τον θάνατο. Τον είχαν εγκαταλείψει και οι λίγες σωματικές του δυνάμεις. Μετά της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο, είχε πέσει στο κρεβάτι και έπινε μόνο νερό, γιατί καιγόταν εσωτερικά. Παρόλο που βρισκόταν σ´ αυτή την κατάσταση, πάλι δεν ήθελε να μένει άνθρωπος κοντά του, για να μη τον περισπά στην αδιάλειπτη προσευχή του.
Πρώτα
αγιάζεται το νερό και ευλογείται το λάδι με ευχές.
Έπειτα λαδώνεται το παιδί από τον ιερέα και
στη συνέχεια βυθίζεται τρεις φορές στην κολυμβήθρα.
Η
τριπλή κατάδυση και ανάδυση στο νερό της κολυμβήθρας σημαίνει τη συμμετοχή του
βαπτιζόμενου στην τριήμερη ταφή και την Ανάσταση του Χριστού.
Στη συνέχεια, χρίεται με άγιο μύρο και
ντύνεται στα ολόλευκα.
Ανήκει
πια στον Χριστό και στην Εκκλησία.
Τα
υλικά που χρησιμοποιούνται στο Βάπτισμα έχουν τη σημασία τους.
Το
νερό με τις ιδιότητες του καθαρισμού, της καταστροφής (πλημμύρας) και της
ζωτικότητας συμβολίζει αυτά που γίνονται: ο πιστός καθαρίζεται από την αμαρτία,
θάβει τον παλιό άνθρωπο και αναγεννιέται
σε μια νέα ζωή.
Αλείφεται
με λάδι, όπως οι αθλητές της πάλης, γιατί θα παλέψει ενάντια στο κακό και στην
αμαρτία.
Έχουμε ακόμη μια συμβολική πράξη: το κόψιμο
λίγων τριχών από το κεφάλι, από τέσσερα σημεία σε σχήμα σταυρού.
Η
πράξη αυτή συμβολίζει αφενός μεν μια μικρή θυσία του βαπτιζόμενου στο Λυτρωτή
του και αφετέρου ότι ο νέος χριστιανός ανήκει πλέον στον Χριστό, όπως οι δούλοι
στην αρχαία εποχή που με την κουρά ανήκαν στον κύριό τους.
Το Βάπτισμα ενός παιδιού είναι σημαντικό
γεγονός της ζωής του και μια ωραία οικογενειακή γιορτή.
Για
την Εκκλησία όμως έχει ευρύτερες διαστάσεις: πολιτογραφεί και εγγράφει στα
μητρώα της ένα ακόμη μέλος της.
Η απόφαση ενός ζευγαριού να κάνει παιδιά είναι εξαιρετικά καίρια και πρέπει να συνοδεύεται από την επίγνωση πλήθους ευθυνών -
επικοινωνιακών, παιδαγωγικών, οικονομικών, κοινωνικών κ.ο.κ.
Ο μεγάλος κίνδυνος είναι να ξεκινάει κανείς να κάνει οικογένεια επειδή
“έτσι κάνει όλος ο κόσμος”, δίχως δηλαδή ο ίδιος να το έχει θελήσει συνειδητά
και ξεκάθαρα.
Συχνά, μάλιστα, η επιδίωξη να
δημιουργηθεί οικογένεια και να γεννηθούν παιδιά, ρίχνει σε δεύτερη μοίρα το πρόσωπο του/της συζύγου, σαν να μην είναι αυτός/αυτή παρά ένα έμψυχο εργαλείο για την επίτευξη αυτού του στόχου.
Η μεταξύ των συζύγων αγάπη είναι το θεμέλιο των ενδοοικογενειακών σχέσεων και το καλύτερο, έμπρακτο παράδειγμα για τα
παιδιά.
Η γέννηση των παιδιών (οφείλει να) είναι καρπός της συζυγικής αγάπης, κι
όχι κάτι άλλο, π.χ. απεγνωσμένη προσπάθεια να αποκτήσει νόημα στη ζωή του ένας
άνθρωπος, που δε βρίσκει νόημα στον ίδιο του τον συζυγικό δεσμό και στο πρόσωπο
του συντρόφου του.
Σ’ αυτή την περίπτωση δημιουργούνται
προβληματικές εξαρτήσεις του γονιού από το παιδί, και αντίστροφα, που
εμποδίζουν την ανάπτυξη της προσωπικότητας.
Ο
κοινωνικός ψυχολόγοςΈριχ Φρομ
(1900-1980) επισημαίνει ότι στη ζωή του ανθρώπου πρέπει να πραγματοποιηθούν
διαδοχικά τρεις έξοδοι: από τη μήτρα της μητέρας του, από το στήθος της και από
την αγκαλιά της.
Η
τρίτη έξοδος σημαίνει τη συγκρότηση του παιδιού σε ξεχωριστή προσωπικότητα που
δεν θα είναι εξάρτημα της γονεϊκής ύπαρξης.
Η έξοδος αυτή, μολονότι είναι εξαιρετικά
σημαντική για την ψυχική υγεία, δεν επιτυγχάνεται πάντα και απ' όλους.
Συχνά
δυσχεραίνεται από το γεγονός ότι η εξάρτηση από τον γονιό φέρει το ευγενέστερο
προσωπείο: το προσωπείο της αγάπης.
Σε τέτοια περίπτωση όμως πρόκειται για μια
"αγάπη" κτητική.
Ο
άλλος δεν αντιμετωπίζεται ως μια ξεχωριστή ύπαρξη, αλλά σαν ιδιοκτησία.
Κι
έτσι, αντί να είναι στόχος της διαπαιδαγώγησης η διαμόρφωση του νέου ανθρώπου
σε ελεύθερη και αληθινή προσωπικότητα είναι η διατήρηση αυτής της εξάρτησης.
Απόσπασμα από το παλιό βιβλίο της Γ' Λυκείου: 12. Η οικογένεια
Για την Εκκλησία η οικογένεια καλείται να δομηθεί πάνω σε δυο
θεμελιώδεις άξονες:
1. Στην αγαπητική συνύπαρξη.
Η οικογένεια δεν αποτελείσυμφεροντολογικό συνεταιρισμό ούτε άθροισμα ατομικισμών.
Για να μιλάμεπραγματικά για οικογένεια δεν αρκεί η συστέγαση ορισμένων ατόμων.
Συστέγαση έχουμε και αλλού, π.χ. σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, αλλά αυτό απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί οικογένεια!
Η οικογένεια (οφείλει να) είναι ουσιαστική συνύπαρξη, δηλαδή
αγαπητική μετοχή από κοινού σε όλα τα γεγονότα της ζωής – στη γέννηση ενός νέου μέλους της και στον θάνατο άλλου, στις χαρές του ενός και
στις οδύνες του άλλου, κ.ο.κ.
2. Στη μοναδικότητα του κάθε προσώπου.
Στη συνύπαρξη που προαναφέραμε, κανένα μέλος (είτε μεγάλο είτε μικρό
σε ηλικία) δεν απορροφάται σε
μια απρόσωπη μάζα, ούτε ζει στη σκιά άλλου.
Η οικογένεια είναι το εργαστήρι όπου η
προσωπικότητα του καθενός, μοναδική κι ανεπανάληπτη, αναδεικνύεται
και καλλιεργείται με αγάπη, σεβασμό και αμοιβαιότητα.
Για
την Εκκλησία, η νομική και βιολογική συγκρότηση της οικογένειας δε
σημαίνει αυτομάτως λειτουργία της αληθινά ως οικογένειας.
Αυτή η λειτουργία είναι κάτι που πρέπει να
επιτευχθεί με άσκηση και υπευθυνότητα (γι’ αυτό, άλλωστε, αποκαλέσαμε την
οικογένεια “πείραμα”).
Η οικογένεια, με δυο λόγια, είναι κάτι πολύ
περισσότερο από μια υποδιαίρεση του κοινωνικού
συνόλου, ή από μια μονάδα κατανάλωσης.
Είναι ο χώρος ενός
θαυμαστού πειράματος: της εφαρμοσμένης αγάπης και ελευθερίας, που είναι ουσιώδη
χαρακτηριστικά της ίδιας της Εκκλησίας.
Απόσπασμα από το παλιό βιβλίο της Γ' Λυκείου: 12. Η οικογένεια
Η παραβολή του Ασώτου Υιού δεν μιλά μόνο για έναν γιο που έφυγε.
Μιλά για τον άνθρωπο σήμερα. Για τη φυγή, την απώλεια, τη μοναξιά.
Και κυρίως, για την επιστροφή.
Ο δρόμος της επιστροφής δεν είναι τόσο μακρύς όσο νομίζουμε.
Δεν ξεκινά από δικαιολογίες ή υποσχέσεις, αλλά από μια απλή απόφαση: να σταθούμε ξανά μπροστά σε Εκείνον που περιμένει.
Γιατί το σπίτι δεν έκλεισε ποτέ.
Και η πόρτα παραμένει ανοιχτή.
Τα Αφρικανικά θρησκεύματα αποτελούν
ένα σύνολο πολλών επιμέρους θρησκευτικών πεποιθήσεων, οι οποίες αναπτύχθηκαν
στις πολυάριθμες φυλές ολόκληρης της Αφρικανικής Ηπείρου, εκτός από τη βόρεια
ζώνη, η οποία βρέχεται από τη Μεσόγειο Θάλασσα.
Οι Αφρικανοί ιδιαίτερα ευαίσθητοι στο
θέμα της θρησκείας, ανέπτυξαν θρησκευτικές πεποιθήσεις και παραδόσεις, οι
οποίες καθόρισαν τον τρόπο της ζωής τους.
Όλες οι φάσεις της κοινωνικής ζωής
τους διαποτίζονται από την αντίληψη ότι υπάρχει ένας δημιουργός Θεός, ένας
ενδιάμεσος κόσμος πνευμάτων και ορατός κόσμος.
Ο άνθρωπος οφείλει να ζήσει μέσα στον
φυσικό κόσμο, σύμφωνα με τους νόμους τους οποίους έχει θεσπίσει ο Θεός, δηλαδή
την οικογενειακή και κοινοτική ζωή, τη χρήση των αγαθών της γης και την υπακοή
στους νόμους της κοινότητας.
Η δυνατότητα επικοινωνίας με τον Θεό
υπάρχει μόνο εφόσον δίνεται ιερός χαρακτήρας σε κάθε εκδήλωση της ζωής, όπως η
γέννηση, η μύηση στον τρόπο ζωής της φυλής, ο γάμος, οι φάσεις της αγροτικής
ζωής, ο θάνατος.
Με τον κόσμο των πνευμάτων, ο
άνθρωπος έρχεται σε επικοινωνία με τη βοήθεια των Ιεροδιαμέσων.
Η έντονη παρουσία των διαφόρων
προκαταλήψεων τροφοδότησε τη μακραίωνη παράδοση της μαγείας και των υπηρετών
της, μάγων, των οποίων η ύπαρξη είναι μέχρι σήμερα ορατή.
Η παραδοσιακή Αφρικανική θρησκευτική
παράδοση, με την εισβολή των δυτικών πολιτιστικών προτύπων, βρίσκεται σε
παρακμή και είναι υπό αφανισμό.
Καινούργια προβλήματα αναφύονται στις
κοινότητες της Μαύρης Ηπείρου, τα οποία
η παραδοσιακή και θρησκευτικού χαρακτήρα πρακτική δεν μπορεί να αντιμετωπίσει,
όπως είναι η έξαρση του AIDS, οι εθνοαπελευθερωτικοί πόλεμοι, η πείνα και η
αύξηση των κοινωνικών προβλημάτων, κυρίως της Μεγαλουπόλης.
Ωστόσο, δεν είναι λίγοι εκείνοι οι
οποίοι νοσταλγούν τις παλιές θρησκευτικές παραδόσεις της Αφρικανικής Ηπείρου, επανέρχονται σε αυτές και
μέσω του διαδικτύου προβάλλουν πλευρές της θρησκευτικής πίστης των Αφρικανών
από τις πιο ελκυστικές, όπως η μαγεία ή οι τελετές θεραπείας.
Αντιγραφή από το Φωτόδεντρο με την προσθήκη υποτίτλων, αποκλειστικά για σχολική χρήση.
Τα πιστεύω και οι πρακτικές του
Βουδισμού βασίζονται στις διδασκαλίες του Βούδα, άλλοτε πρίγκιπα Γκαουτάμα, ο οποίος
εγκατέλειψε τα εγκόσμια υπαρχοντά του για να ζήσει τη ζωή ενός ασκητή, επειδή
αναζητούσε τη φώτιση.
Μια μέρα, καθώς καθόταν κάτω από ένα δέντρο,
το δέντρο Μπόντι, βρήκε αυτή τη φώτιση.
Ανακάλυψε την απάντηση σχετικά με την
αιτία της ανθρώπινης δυστυχίας και πώς να την υπερνικήσει.
Ανώτερη θεότητα στο Βουδισμό, η λέξη
Βούδας, σημαίνει "ο φωτισμένος" και ο σεβασμός που αποδίδεται σε
αυτόν αναφέρεται στην κατάσταση στην οποία έφτασε.
Για τους Βουδιστές, αυτό ήταν μια ζωντανή
απόδειξη ότι μπορεί να βρεθεί μια λύση στον πόνο.
Η βασική διδασκαλία του Βούδα είναι η
αποφυγή των ακραίων καταστάσεων.
Δεν υπάρχει κανένα κέρδος από το
παραχάιδεμα της επιθυμίας ούτε από τη φανατική ασκητικότητα και την αυταπάρνηση.
Η οδός του Βούδα είναι η μέση οδός.
Είπε ότι η ζωή είναι σαν να είσαι
πάνω σε μία ρόδα, με ανθρώπους να κινούνται σε ένα συνεχή κύκλο από τη γέννηση
μέσω της ζωής μέχρι το θάνατο και την αναγέννησή τους.
Είπε ότι η ακατάσχετη επιθυμία και ο
πόθος κρατούν τους ανθρώπους πάνω στη ρόδα.
Η απόδραση από αυτόν τον ατελείωτο
κύκλο είναι η φώτιση.
Η φώτιση μπορεί να συμβεί μέσω του
διαλογισμού, αν και μπορεί να χρειαστούν πολλές ζωές.
Από τη στιγμή που ο Βούδας πέθανε, το
480 π .Χ., απέκτησε χιλιάδες πιστούς στην Ινδία.
Η οδός του Βούδα απλώθηκε από άκρη σε
άκρη στο μεγαλύτερο μέρος της Ασίας, όπου ο βουδισμός αναμείχθηκε με τις
τοπικές παραδόσεις και πρακτικές των λαών αυτών.
Γι' αυτόν τον λόγο υπάρχουν τόσο
πολλοί διαφορετικοί τόποι να ζήσει κανείς στη ζωή της πίστης τον βουδισμό.
Σήμερα υπάρχουν πάνω από 500
εκατομμύρια βουδιστές, απλωμένοι σε όλο τον κόσμο, με το μεγαλύτερο ποσοστό συγκέντρωσης
στην Κίνα, την Ινδία, την Ιαπωνία, τη Μαλαισία, το Μιανμάρ, Μπούρμα, το Νεπάλ, τη Σρι
Λάγκα, την Ταϊλάνδη, το Θιβέτ και το Βιετνάμ.
Ο Βουδισμός έχει γίνει επίσης γνωστό
στη Δύση και υπάρχουν κοινότητες βουδιστών μοναχών και λαϊκών σε όλη την Ευρώπη
και την Αμερική.
Αντιγραφή από το Φωτόδεντρο με την προσθήκη υποτίτλων, αποκλειστικά για σχολική χρήση.