Καταρχάς πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν υπάρχει θέμα αντίθεσης ή
σύγκρουσης μεταξύ τους.
Πίστη και επιστήμη είναι δυο μεγάλα πνευματικά μεγέθη
αλληλοσυμπληρούμενα και όχι αλληλοαποκλειόμενα.
Είναι δυο εκδηλώσεις του ανθρώπινου πνεύματος που κινούνται σε
διαφορετικά επίπεδα.
Επιστήμη και θρησκεία έχουν αυτόνομες περιοχές ενδιαφερόντων και
έρευνας∙ ανταποκρίνονται σε διαφορετικές αξιολογικές ροπές και ανάγκες της ενιαίας ανθρώπινης
ύπαρξης.
Η επιστήμη ερευνά τα μυστήρια της δημιουργίας, ασχολείται με το
επιστητό, ενώ η θρησκεία ασχολείται με το μυστήριο του Δημιουργού, το υπεραισθητό.
Είναι δύο κύκλοι εφαπτόμενοι ή και τεμνόμενοι, αλλ' όχι ταυτιζόμενοι ή συγκρουόμενοι.
Επομένως, η σχέση πίστης και επιστήμης δεν μπορεί να είναι αντιθετική
ή εχθρική, αλλά διαλεκτική.
Κι αυτό γιατί έχουν κοινή αφετηρία την πνευματική υπόσταση του
ανθρώπου και ουσιαστικά στοχεύουν στην κατάκτηση της αλήθειας και την
εξασφάλιση της ευτυχίας του.
Κρίνονται όμως, μαζί ή χωριστά,
από το κατά πόσον οδηγούν τον άνθρωπο στον εξανθρωπισμό του ή στον απανθρωπισμό του.
Όταν η καθεμιά περιορίζεται στον χώρο της αρμοδιότητάς της, δεν
υπάρχει θέμα σύγκρουσης ή αντίθεσης.
Αν παλαιότερα παρουσιάστηκαν
κάποιες περιπτώσεις αντιπαράθεσης, αυτό οφείλεται σε ιδεολογικές προκαταλήψεις
ορισμένων επιστημόνων, οι οποίοι υπερέβησαν τα όρια της επιστήμης και ασχολήθηκαν με υπερφυσικά ζητήματα.
Άλλοι πάλι στην περίοδο του
Διαφωτισμού θεοποίησαν το λογικό, ενώ άλλοι απέρριψαν εκ των προτέρων ό,τι σχετίζεται με
θέματα μεταφυσικής.
Πιθανόν επίσης κάποιοι
χριστιανοί να αντιμετώπισαν με δυσπιστία και καχυποψία τις επιστημονικές
θεωρίες και ανακαλύψεις, νομίζοντας ότι κινδυνεύει η πίστη τους.
Με όλα τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι η πίστη και η επιστήμη δε συγκρούονται,
γιατί:
1. Η επιστήμη ερευνά τον αισθητό, το φυσικό κόσμο, ενώ η θρησκεία
«περιγράφει» τον υπεραισθητό, τον υπερφυσικό κόσμο.
2. Η επιστήμη ερευνά το πώς έγινε ο κόσμος καθώς και τους φυσικούς
νόμους που ρυθμίζουν τη λειτουργία του, ενώ η θρησκεία ασχολείται με το ποιος
και γιατί δημιούργησε τον κόσμο.
Εφόσον απαντούν σε διαφορετικά ερωτήματα, επόμενο είναι ότι δε
δικαιολογείται αντίθεση ή σύγκρουση, αλλά μάλλον συνεργασία.
Καταρχήν, η
χριστιανική πίστη δεν είναι θεωρητική γνώση ή πεποίθηση για κάποια αφηρημένη
θρησκευτική αλήθεια.
Είναι απόλυτη
και χωρίς δισταγμούς βεβαιότητα για τις αλήθειες που διδάσκει η
Εκκλησία.
Κατά τον Απ.
Παύλο είναι η ακλόνητη πεποίθηση για την πραγματική και βέβαιη
ύπαρξη αγαθών που ελπίζουμε να αποκτήσουμε κάποτε και η βεβαιότητα γι' αυτά που
δε βλέπουμε: «Πίστη σημαίνει σιγουριά γι’ αυτά που ελπίζουμε και βεβαιότητα
γι’ αυτά που δε βλέπουμε» (Εβρ 11, 1).
Τελικά η χριστιανική πίστη είναι μια προσωπική
συνάντηση και σχέση πιστού και Θεού, μια
σχέση ανεπιφύλακτης εμπιστοσύνης όμοια με τη σχέση παιδιού και γονιού.
Η συνάντηση
αυτή άλλοτε πραγματοποιείται αιφνίδια (π.χ. Απ. Παύλος) και άλλοτε βαθμιαία
(π.χ. άγιος Αυγουστίνος).
Περιεχόμενο
της χριστιανικής πίστης.
Το
περιεχόμενο της χριστιανικής πίστης είναι τα «δόγματα»,
δηλαδή οι υπέρ λόγον αλήθειες, που πηγάζουν από την Αγία Γραφή και την Ιερά
Παράδοση.
Οι
αλήθειες αυτές περιέχονται συνοπτικά στο Σύμβολο της Πίστεως […].
Αναφέρονται
στον Τριαδικό Θεό, στον Θεάνθρωπο Χριστό, στη δημιουργία του κόσμου και του
ανθρώπου με κύριο σκοπό τη σωτηρία του από τις συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος
και στην έσχατη πραγματικότητα, την ανάσταση των νεκρών και τη μέλλουσα
Βασιλεία του Θεού.
Είναι
ευνόητο ότι η χριστιανική πίστη προϋποθέτει την ανθρώπινη ελευθερία, στην οποία και
απευθύνεται ο Χριστός: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί
τον εαυτό του, ας σηκώσει το σταυρό του κι ας με ακολουθεί» (Μκ 8, 34).
Στη μέση της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία υψώνει τον Τίμιο Σταυρό. Όχι τυχαία. Όχι συμβολικά μόνο. Αλλά ως στήριγμα.
Η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως δεν είναι μια απλή υπενθύμιση του Πάθους. Είναι ανάπαυση μέσα στον αγώνα. Είναι δύναμη όταν η νηστεία βαραίνει. Είναι πρόσκληση να δούμε τον Σταυρό όχι ως ήττα, αλλά ως νίκη που έρχεται μέσα από θυσία.
Σε αυτό το βίντεο μιλάμε για:
• Το θεολογικό νόημα της Σταυροπροσκυνήσεως
• Γιατί τοποθετείται ακριβώς στη μέση της Σαρακοστής
• Τι σημαίνει πρακτικά για τη δική μας καθημερινότητα
• Πώς ο Σταυρός γίνεται προσωπική υπόθεση και όχι απλώς τελετουργία
Η απάντηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί συνοψίζει την επίσημη άποψη
της Εκκλησίας. Σύμφωνα με αυτή -και σε αντίθεση με τις αιρετικές
θεωρήσεις που είδαμε- στο πρόσωπο του Χριστού ενώθηκαν οι δύο
τέλειες φύσεις, η θεία και η ανθρώπινη.
Την πίστη της αυτή η Εκκλησία διατύπωσε οριστικά και επίσημα στον όρο της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (451 στη Χαλκηδόνα) : «Εἷς καί ὁ αὐτός Χριστός ἐν δύο φύσεσιν ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως καί εἰς ἕν πρόσωπον
Σε εποχές αβεβαιότητας και φόβου, οι Άγιοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας δείχνουν τον δρόμο της ελπίδας.
Σε αυτό το βίντεο ακούγονται λόγια από μεγάλους αγίους της πίστης μας, όπως ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, ο Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης και ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης.
Οι λόγοι τους μάς θυμίζουν ότι ακόμη και στους πιο δύσκολους καιρούς υπάρχει δρόμος: μετάνοια, προσευχή, ταπείνωση και εμπιστοσύνη στον Θεό.
Ο
Θεός δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο «καλά λίαν» (Γέν. 1,
31).
Ωστόσο,
παρατηρούμε από την καθημερινή μας ζωή ότι στον κόσμο
υπάρχει το κακό.
Από
πού προέρχεται και τι συνέπειες έχει; Ποια η θέση του Θεού και ποια η ευθύνη
του ανθρώπου;
Τι είναι κακό;
Όσον
αφορά στη φύση και την προέλευση του κακού πρέπει να διευκρινίσουμε ότι το κακό δεν υπάρχει ως
δημιούργημα και ο Θεός δεν ευθύνεται γι’ αυτό.
Υπάρχει
ως διακοπή της σχέσης του κτιστού κόσμου με
το Θεό, σχέση που είναι απαραίτητη για να παραμείνει ο κόσμος ζωντανός,
αφού από μόνος του δεν έχει ζωή.
Η διακοπή της σχέσης προέρχεται από τον
άνθρωπο που ως «αυτεξούσιος» θέλησε να γίνει θεός χωρίς το Θεό.
Έτσι επέλεξε τη διακοπή της σχέσης του με το
Θεό που
τον ζωοποιούσε και επιστρέφει στο μηδέν συμπαρασύροντας και την
υπόλοιπη κτίση, αφού είναι ο ηγέτης της.
Ο
Θεός δε δημιουργεί το κακό, αλλά δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα της επιλογής,
αφού τον
έχει δημιουργήσει με ελεύθερη βούληση (αυτεξούσιο) κι εκείνος επιλέγει
να γίνει ίσος με το Θεό μέσω της ανυπακοής.
Η
σχέση Θεού και κτίσης χαρακτηρίζεται από την ελευθερία, επειδή ο Θεός είναι
ελεύθερος και σέβεται την ελευθερία
των δημιουργημάτων του.
Συνεπώς, αν ο Θεός εμπόδιζε τη δυνατότητα
επιλογής των ελεύθερων κτισμάτων Του (ακόμη και το να επιλέξουν
το κακό), θα ήταν σαν να αρνούνταν τον εαυτό Του.
Ωστόσο, δεν αφήνει το δημιούργημά του
αβοήθητο.
Ο
άνθρωπος ως «μολυσμένος» από το κακό αδυνατεί να θεραπευτεί με τις δικές του δυνάμεις, ενώ
ταυτόχρονα ζητά βοήθεια από ψεύτικους θεούς που κατασκευάζει στη
θέση του αληθινού.
Έτσι ο Θεός επιλέγει να βοηθήσει τον κόσμο μέσω
του Υιού Του.
Με
την ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού
καταπολεμείται ο θάνατος, συντρίβεται το κακό και δημιουργείται ένας νέος
«καινός» άνθρωπος, που δεν κυριαρχείται από το θάνατο, δίνοντας στον άνθρωπο τη
δυνατότητα να πολεμήσει εκείνος πλέον το κακό.
Η Ανάσταση του Χριστού είναι το πρώτο γεγονός
του ερχομού της
Βασιλείας του Θεού, στην οποία το κακό και η βασική του συνέπεια,
ο θάνατος, δε θα υπάρχουν πια.
Ο Χριστιανός δεν είναι μοιρολάτρης, ούτε ζει παθητικά πάνω στη γη.
Όχι απλώς προτιμά την ειρήνη, αλλά αγωνίζεται ενεργά για την
εδραίωσή της.
Με τη γέννηση του Χριστού το ανθρώπινο γένος απόκτησε μια νέα προοπτική, την προσδοκία της Βασιλείας του Θεού.
“Τότεˮ, λέει ο προφήτης Ησαΐας, “τα ξίφη τους θα τα σφυρηλατήσουν σε άροτρα και τις λόγχες τους σε δρεπάνια. Ξίφος δε θα σηκώνει το ένα έθνος ενάντια στο άλλο και πια δε θα μαθαίνουν να
πολεμούνˮ (Ησ. 2: 4).
Ο Χριστιανόςεμπνέεται από αυτήν την προσδοκία και παλεύει να
φέρει το φωςτης στο σήμερα.
Δεν είναι τυχαίο ότι στην “επί του όρους ομιλίαˮ οΧριστός ανήγγειλε ότι είναι
“μακάριοι όσοι
φέρνουν την ειρήνη στουςανθρώπους, γιατί αυτοί θα ονομαστούν παιδιά του Θεούˮ (Ματθ. 5: 9).
Και η Εκκλησία αδιάκοπα μέσα στους αιώνες εύχεται “ὑπέρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου” (θεία Λειτουργία).
Επί πλέον, στις μέρες μας
οιεκπρόσωποι των Ορθόδοξων
εκκλησιών συμμετέχουν σε διεθνείς συνάξεις για την ειρήνη και καταδικάζουν τον
πόλεμο ως τρόπο επίλυσηςτων διαφορών.
Βασικός άξονας αυτής της στάσης είναι η πεποίθηση της Εκκλησίας ότι όλοι οι άνθρωποι είναι αδέρφια και ότι το φυλετικό (και κάθε
άλλο) μίσος είναι απαράδεκτο.
Οι λαοί οφείλουν να μάθουν να συνυπάρχουνδίχως να χάνουν την πολιτιστική και θρησκευτική
τους ταυτότητα, αλλά και δίχως να επιθυμούν την εξόντωση όποιου διαφέρει από
αυτούς.
Ακόμα κι όταν ο πόλεμος εμφανίζεται ανθρωπίνως αναπόφευκτος, για τον Χριστιανό είναι πάντα γεγονός οδύνης και παραχώρησης - όχι
λύση.
Η συμμετοχή του Χριστιανού αφορά αμυντικό πόλεμο και αποτελεί ένα είδος γενναιόψυχης διακινδύνευσης.
Ο Χριστιανός, δηλαδή, αποδέχεταιτο ενδεχόμενο να κάνει κάτι που θεωρείται
επιζήμιο για τη δική του ψυχή (φόνο), προκειμένου να υπερασπιστεί άλλους (τον
λαό, τα ιερά τουκαι την ελευθερία του).
Και σε τέτοια περίπτωση όμως δεν αυταπατάται: για τον Χριστιανό κάθε πόλεμος είναι εμφύλιος πόλεμος.