1.5. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ
Η Έννοια του Προσώπου στην Ορθόδοξη Θεολογία
Στην
ορθόδοξη χριστιανική παράδοση, η έννοια του «προσώπου» αποτελεί τον θεμέλιο
λίθο της ανθρωπολογίας και διακρίνεται ριζικά από την έννοια του «ατόμου».
Ενώ το άτομο
ορίζεται ως μια αυτάρκης και απομονωμένη βιολογική μονάδα που παραμένει
κλεισμένη στο «Εγώ» του, το πρόσωπο κατανοείται μόνο μέσα από τη σχέση και την
κοινωνία με το «Άλλο».
Ετυμολογικά (από το προς + ωψ,
δηλαδή στραμμένο προς τη θέα του άλλου), το πρόσωπο βρίσκει την αυθεντική του
ταυτότητα όχι στην αυτάρκεια, αλλά στο αγαπητικό άνοιγμα και την επικοινωνία.
Η βάση αυτής
της διδασκαλίας βρίσκεται στη βιβλική δημιουργία του ανθρώπου «κατ’ εικόνα και
καθ’ ομοίωσιν» του Τριαδικού Θεού.
Το «κατ’
εικόνα» αναφέρεται στα πνευματικά χαρίσματα με τα οποία προικίστηκε ο άνθρωπος:
το λογικό, το αυτεξούσιο (ελεύθερη βούληση) και τη δυνατότητα κοινωνίας. Το
«καθ’ ομοίωσιν» δεν είναι μια παγιωμένη κατάσταση, αλλά ο τελικός στόχος και
σκοπός της ανθρώπινης ύπαρξης: η θέωση, δηλαδή η ελεύθερη ένωση του ανθρώπου με
τον Θεό μέσω της αγάπης και της αρετής.
Ο άνθρωπος,
επομένως, γεννιέται ως βιολογικό άτομο, αλλά καλείται να αναγεννηθεί και να
ολοκληρωθεί ως πρόσωπο μέσα στην Εκκλησία. Πρότυπο αυτής της ύπαρξης είναι η
ίδια η Αγία Τριάδα, όπου τρία διαφορετικά Πρόσωπα συνυπάρχουν σε απόλυτη
ενότητα αγάπης, χωρίς να χάνουν την ετερότητά τους.
Αντίθετα, η αμαρτία και η πτώση οδήγησαν στην εμφάνιση του «προσωπείου». Όπως αποτυπώνεται στην απομάκρυνση του Αδάμ, ο άνθρωπος φόρεσε τη μάσκα της δικαιολογίας, του φόβου και της συμβατικότητας, διασπώντας τις σχέσεις του με τον Δημιουργό και τον συνάνθρωπο.
Το προσωπείο οδηγεί στον ατομικισμό, την εσωστρέφεια και την
ανελευθερία. Στον αντίποδα, το αυθεντικό πρόσωπο υπερβαίνει τον φόβο του
θανάτου και την απομόνωση μέσω της ανιδιοτελούς προσφοράς.
.jpg)
