Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

Ελληνικά ποιήματα για το Πάσχα

Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


Πῶς οἱ δρόμοι εὐωδᾶνε μὲ βάγια στρωμένοι,
ἡλιοπάτητοι δρόμοι καὶ γύρω μπαξέδες!
Ἡ χαρὰ τῆς γιορτῆς ὅλο πιότερο αυξαίνει
καὶ μακριάθε βογγάει καὶ μακριάθε ἀνεβαίνει.

Ἄ! πὼς εἶχα σὰ μάνα κι᾿ ἐγὼ λαχταρήσει
(ἦταν ὄνειρο κι᾿ ἔμεινεν, ἄχνα καὶ πάει)
σὰν καὶ τ᾿ ἄλλα σου ἀδέρφια νὰ σ᾿ εἶχα γεννήσει
κι᾿ ἀπὸ δόξες ἀλάργα κι᾿ ἀλάργα ἀπὸ μίση!

Κατεβάζω στὰ μάτια τὴ μάβρην ὀμπόλια,
γιὰ νὰ πάψη κι᾿ ὁ νοῦς μὲ τὰ μάτια νὰ βλέπῃ. . .
Ξεφαντώνουν τ᾿ ἀηδόνια στὰ γύρω περβόλια,
λεϊμονιᾶς σὲ κυκλώνει λεφτὴ μοσκοβόλια.

Φεύγεις πάνου στὴν ἄνοιξη, γιέ μου, καλέ μου,
ἄνοιξή μου γλυκιά, γυρισμὸ ποὺ δὲν ἔχεις.
Ἡ ὀμορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιέ μου,
δὲ μιλᾷς, δὲν κοιτᾷς, πῶς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Μὰ γιατί νὰ σταθῇς νὰ σὲ πιάσουν! Κι᾿ ἀκόμα
σὰ ρωτήσανε: «Ποιὸς ὁ Χριστός;» τί ῾πες «Νά με!»
Ἄχ! δὲν ξέρει τί λέει τὸ πικρό μου τὸ στόμα!
Τριάντα χρόνια, παιδί μου, δὲ σ᾿ ἔμαθ᾿ ἀκόμα!

Στίχοι: Κώστας Βάρναλης
Μουσική: Νίκος Μαμαγκάκης
Ερμηνεία : Μαρία Δημητριάδη

Κωστας Βαρναλης, «Μαγδαληνη»

Μες σε παλάτια, που σα σπήλια αντήχαν απ’ τις μουσικές
κιι αστράβαν απ’ τα μέταλλα και τα δεμένα φώτα,
στα μάγουλά μου, που κανείς δεν τα είδεν ήλιος, οι μοσκιές
γλίστρααν με λάγγεμα πολύ και τα δάγκωναν σαν οχιές·
στην κρουσταλλένια μου φωνή θαμπή εγλιστρούσε νότα.
 
Στην τεσσεροβασίλεφτη Γιουδαία εγώ μουν η Πηγή :
του κόρφου μου τ’ αμάραντα και μοσκοβόλα κίτρα.
Ωσάν τη φλόγα του κορμιού μου άλλη δε γνώρισεν η Γη,
σαν της αγκάλης μου μεστή καμιά δεν ύπαρχε σιγή.
Ο έρωτάς μου νίκαγε τη Ρώμη τη νικήτρα…
 
Σκοτάδια είτανε μέσα μου, ξέρα μεγάλη κι αμμουδιά
και στα γλυκά τα χείλια μου πικρά πολύ τα γέλια.
Και μου τινάζαν άξαφνα τ’ αγνώστου φόβοι την καρδιά
και μου κοβόταν η αναπνιά μέσ’ σε φορέματα φαρδιά-
απ’ του θριάμβου την κορφή μακριά βλεπα συντέλεια.
 
…………………………………………………………..
 
Δεν ήταν άξαφνη αστραψιά. Τούτο συνέβη αργά, σιγά…
Ωραίος δεν είσουν, τίποτα δεν είχες πάνω σου άξο !
Κοίταγες χάμου τα χαλίκια, ως μίλαγες σιγά κι αργά.
Την τρίτ’ ή τέταρτη φοράν άρχισε ο νους μου να ριγά,
κι  ως σήκωσες τα μάτια σου, δε βάσταα να κοιτάξω.
 
Κι ένιωσα ορμή ασυγκράτητη στα πόδια σου να κυλιστώ·
Είδα να σειέται μέσα μου ψυχή παρθένα ως τώρα.
Την εφτυχιά τη γνώρισα στο δόσιμο χωρίς μιστό,
τη λεφτεριά, στο σκλάβωμα σε κάποιο ιδανικό σωστό
και την υπέρτατ’ ηδονή στον πόνον, -άξια γνώρα.
 
Και στους φτωχούς μοιράζοντας τα υπάρχοντά μου (ασημικά,
διαμαντικά, μεταξωτά, μπαξέδες και παλάτια)
τα βήματά σου ακλούθησα, που κι’ αν τα σβηούσε ταχτικά
στον άμμ’ ο αγέρας του βραδιού, σα φώτα μένανε γλυκά
για πάντα σ’ άμμο και ψυχή και σ’ ακοές και μάτια.
 
Πράματα νέα δεν έλεγες κι’ ούτε, με λόγια νέα, παλιά.
Από πολλούς κι’ από καιρούς όλα ήταν ειπωμένα.
Μα χες τη δύναμη ν’ ακούς των ουρανών τη σιγαλιά
κι όλα για σένα (κι άψυχα κι’ άνθρωποι) διάφανα γιαλιά
και διάφαν’ η καρδιά του Θεού για σένα – και για μένα!
 
Κανείς (και πλήθη και σοφοί και μαθητάδες και γονιοί)
δεν ξάνοιγε το σπαραγμό στα θάματά σου πίσω
κι’ αν πρόσμενες το λυτρωμό σου από την άδικη θανή,
εγώ μονάχα το νιωσα, που ήμουνα λάσπη και κοινή,
πόσο, Χριστέ σουν άνθρωπος ! Κι’ εγώ θα σ’ αναστήσω!

Picture 033


Αγγελος Σικελιανος, «Στ᾽ Οσιου ΛουκΑ το μοναστηρι»

Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ’ όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη – έτσι γλυκά θρηνούσαν! –
πως, κάτου απ’ τους ανθούς, τ’ ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ’ οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ’ του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!
 
Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π’ απ’ την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ’ άλλα ως κάτου,
κι απ’ τ’ Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π’ άκουσαν στη μέση
απ’ τα «Xριστός Aνέστη» μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: «Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!»
 
Kαι να· ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο· και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ’ αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!
 
Kαι τότε – μάρτυράς μου νά ‘ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος –
απ’ το στασίδι πού ‘μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ’ το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν’ αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
– έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
και να σύρει απ’ τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: «Mάτια μου… Bαγγέλη!»
 
Kι ακόμα, – μάρτυράς μου νά ‘ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!…
 

Αγγελος Σικελιανος, «Ο Ιησους στη Βηθανια»

Απο τη συλλογη «Πασχα των Ελληνων»

 
Στη Βηθανίαν, ο Ιησούς, να ξαποστάσει τώρα,
που ο φίλος του ειν’ ο Λάζαρος κ’ οι δυό του οι αδερφές,
στο δώμα μέσα κάθεται το φτωχικό, την ώρα
που με τη δύση ανάβουνε οι άχνες βουνοκορφές …
 
Στον κήπο ρεύει μυγδαλιά, ροδακινιά κι ανθίζει,
σε γλύκας πέπλο λούζονται τα πάντα, νυφικό,
κ’ ήρθ’ η Μαρία, κι αμίλητη στα πόδια του καθίζει,
κ’ η Μάρθα ωστόσο γνοιάζεται με βιά τό σπιτικό.
 
Κι όπως τρυγόνι, από μακρά, στα φουντωμένα μέρη
τού κήπου αν φτάσει και πυκνό διαλέξει το κλαδί,
στου Θεού τοξότη ως να ‘στεκε το δάχτυλο, τ’ αγέρι
ξιπάζει ως σκώνει το λαμπρό λαιμό και κελαδεί—
 
κρυφαναβράει στο δειλινό γλυκιά η φωνή Του πάλι,
από τα δέντρα ανάμεσα σα να ‘βγαινε η μιλιά,
και της Μαρίας, καθώς μιλεί, της ραίνουν το κεφάλι
τα λόγια, στα ποδάρια του, σαν άνθη από μηλιά.
 
Της ευτυχίας, που νείρεται, δεν τη βαραίνει η έννοια,
βαθιά ως ξανοίγει, δίπλα της, η ανθούσα αναπνοή
να την τυλίγει στη θαμπήν αχώ τήν ασημένια,
σάμπως νερών που τρέχουνε, σά μελισσιώνε βοή . . .
 
Μαζί της ο ήλιος, δουλευτής, στον κάμπο καθώς σκύβει,
όλη τη χλόη φλογίζοντας με άχνη φεγγοβολή,
θεϊκό γιομίζει θησαυρό τ’ άχύρινο καλύβι,
τόν κήπο ντύνει ολόγυρα μ’ ατίμητη στολή.
 
Στέκουν τα πάντα στη λαμπρή στιγμή σα μαγεμένα
μες στην αχτίδα χάνεται σάν άστρο ο κορνιαχτός·
μεγάλα κι ολοφάνερα, τριγύρα της, στημένα
τά πλάσματα όλα, ως τα βλογά στό Λόγο του ο Χριστός.
 
Σκεπή το νέφι γίνεται· λαός το κοπάδι· στύλος
το δέντρο το παράμερο στο μακρινό στρατί·
σα σκαλιστός στο μάρμαρο, μπρος στο κατώφλι, ο σκύλος
που το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια του κρατεί…
 
Ακούει, και μέσα ο μυστικός αντίλαλος σταλάζει
στά φρένα της αδιάκοπα το θάμπος του γοργά,
από το χιόνι πιότερο λευκό κι απ’ το χαλάζι,
κι ως στην ψυχή της τρίσβαθα ν’ απλώνεται νογά,
 
καθώς του κρίνου σαν σιγά ξετυλιχτούν τα θάμπη
κι ακέριος στην παράδεισον αφήνετ’ ανοιχτός,
απάνω του, κατάκορφα, διαμάντι η δρόσο λάμπει
και στ’ άγιο το πετράδι της δε στέκει κορνιαχτός.
 
«Ας τα ‘χει ή γης κι ο άνεμος, ας τα ‘χουν τα σκοτάδια»
— στο βυθισμό τόν άχραντο κρυφομιλει η ψυχή —
«τα ώρια στολίδια τα χρυσά, του γάμου τα πετράδια,
του Λόγου Του σα μ’ έλουσεν η ευφραντική βροχή.
 
»»Αγια ή ζωή· κι αν ένιωσα τριγύρα μου τά βρόχια,
τα ξόβεργα που ακοίμητος μας σταίνει ό πειρασμός,
στ’ άνθια περνά, στ’ άνθια κεντά, στ’ άνθια ανασαίνει ή φτώχεια,
άνθια ό βαθιός τοϋ κόρφου μου ξανοίγει δροσισμός!»
 

Αγγελος Σικελιανος, «Μαγδαληνη»

Απο τη συλλογη «Πασχα των Ελληνων»

 
Την ώρα σ’ όλα τα πουλιά γλυκός που πέφτει ο ύπνος
και στο χαμηλοθώρητο σβημένο δειλινό
των ασταχυών ο ανασασμός είναι μεστός σα δείπνος·
π᾽ ο αποσπερίτης αρχινά νά τρέμει στο βουνό·
 
που στην καρδιά μας, άφθαρτη ξεχύνεται η πραότη,
τού σπλάχνου μας σα να ‘φτανε — πανάχραντη θροφή —
λίγο ψωμί για να γευτεί κατάβαθα τη θεότη,
κι ακολουθάει τον Έσπερον ο νους μας στην κορφή·
 
που ᾽ναι αγαθή στά πόδια μας όλου του δρόμου ή σκόνη,
και μια συμπόνια αξήγητη, στα πάντα αναρροεί,
ένας καημός αμίλητος τα στήθια μας φουσκώνει
σαν αρχινά από πάνω μας των αστεριώ ή ροή·
 
που, κι αν με μόνο ενα σκυλί στη στράτα απαντηθούμε,
κρυφή η ευλάβεια μέσα μας ανθίζει περισσή·
την ίδια λάτρα ως να ‘χουμε, τον ίδιο ως νά ποθούμε
πόθο, ζωσμένοι απ’ τ’ άπειρο, σάν έρημο νησί,
 
λύχνο να ιδούμε από μακρά σε σπίτι να σαλεύει,
θαρρούμε κ’ ήλιος έλαμψε στην ήσυχη βραδιά,
κι ως πεταλούδα, γύρα του, σπουδαχτικά παλεύει
νά ζεσταθεί στ᾽ αντίκρισμα τ’ ανθρώπινο ή καρδιά —
 
κι ό Ιησούς κ’ οί μαθητές, ανάμεσα στά πλήθη,
μ’ όλο της μέρας τον καρπό χυμένο στην ψυχή,
σέ κάθε άνθρωπου διάνεμα, ν’ απλώνεται στα στήθη,
μες στα σκοτάδια, νιώθουνε ζεστή την προσευχή.
 
                                      *
 
Περνά διαβάτης βιαστικός, κι άλλος κρατεί το ψώνι
για να δειπνήσει σπίτι του, να πιει και να χαρεί·
κι ο Ιησούς, γνωρίζοντας το σπίτι του τελώνη,
μπαίνει, ανοιχτόν ως το ‘βρηκε που Τόνε καρτερεί.. .
 
Κ’ έκεί που κόβει το ψωμί, κι απλώνει στο προσφάι,
ξάφνου, απ’ τή θύρα ορθάνοιχτη που ξέμεινεν, ορμά,
σαν ένα κύμα θεόρατης αναπνοής του Μάη,
τό πλούσιο μύρο σπάζοντας στά πόδια του σιμά,
 
σα με τον ήλιο τρικυμιά κυλώντας, δοξασμένη
απ’ όση μες στό σπλάχνο της έστέναξε ηδονή,
με των μαλλιών την άμετρη φεγγοβολή λυμένη,
τα δάκρυα της σφουγγίζοντας κρουνό, ή Μαγδαληνή !
 
Τα μάτια της να σήκωνε και να ‘βλεπε τα χίλια
της νύχτας άστρα σα φιλιά, κι ο μέγας τους σφυγμός
να χτύπαε στ’ αναμμένα της απ’ τις αγάπες χείλια,
βαθιός δε θα χυνότανε μες στη νυχτιά ο λυγμός,
 
σαν τούτος οπού γιόμισεν ολάκερο το δώμα,
κύμα, στο κύμα π’ άπλωνεν από την ευωδιά·
με κολλημένο άκράταγα στα πόδια του το στόμα,
με τον άπάντεχο έρωτα που φούσκωνε η καρδιά!
 
Λοξά ο τελώνης την κοιτά· κι ο Ιούδας, στη σπατάλη
του μύρου, ως φίδι μέσα του να σούριξε βαθύ,
μεσ’ απ’ τά δόντια του μιλεί, κουνώντας το κεφάλι:
«Γιά τους φτωχούς δε δύνονταν αυτό να πουληθεί;»
 
Το χέρι μέσα στα μαλλιά τ’ αθάνατα κρατώντας,
στους πλοκάμους όπου σκορπάν τριγύρα, τους χρυσούς,
βαθιά αναγάλλιαν άμετρη, στά πόδια του κοιτώντας
το μέγα κύμα, απόκριση τους δίνει ό Ιησούς:
 
«Ήρθ’ από δρόμο σπίτι σου, κ’ εσύ δε μου ‘χεις πλύνει
τα πόδια, μηδέ μ᾽ άλειψες μέ μύρο τα μαλλιά·
κι αύτη, στιγμή δεν έπαψε στά δάκρυα ν’ αναλύνει,
κι αυτή, στιγμή δέ μου ‘παψε στα πόδια τά φιλιά·
 
» κι όπου κι ο Λόγος ο άγιος μου ξαπλώσει, και για κείνη·
στον αιώνα, αυτό που μου ‘καμε, παντού θα μιληθεί.»
Κι ακόμα αυτή το κλάμα της βρύση λαμπρή να χύνει
δεν παύει, μηδ’ απ’ το λυγμό το στήθος το βαθύ.
 
                              *
 
Μαγδαληνή, Μαγδαληνή, του πόθου μέγα αστέρι·
σε μοναστήρι ανέβασες κ’ εμένανε πιστό,
για να φιλήσω λείψανο το ατίμητο Σου χέρι·
κ᾽ ήταν ακόμα, ως πίθωσα τα χείλια μου, ζεστό!
Anastasis

Διονυσιος Σολωμος, «Η ημερα της Λαμπρης»

Καθαρώτατον ήλιο επρομηνούσε
Της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
Σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
Τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη∙
Και από ’κει κινημένο αργοφυσούσε
Τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,
 
Που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
Γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα.
Χριστός Ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
Όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε∙
Μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
Με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε∙
 
Ανοίξτε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπροστά στους Αγίους και φιληθείτε∙
Φιληθείτε γλυκά χείλη με χείλη,
Πέστε: Χριστός Ανέστη, εχθροί και φίλοι.
Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι.
Και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες∙
Γλυκόφωνα κοιτώντας τες ζωγραφι-
 
σμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες∙
Λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι,
Από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες∙
Κάθε πρόσωπο λάμπει απ’ τ’ αγιοκέρι,
οπού κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι.
 
Βγαίνει, γιατί στα σωθικά του ανάφτει,
Και για πρώτο απαντά τον νεκροθάφτη.
Κανείς δεν του μιλεί, και δεν του δίνει
Το φιλί το γλυκό που φέρνει ειρήνη.
Πάντα χτυπάει, σαν νάλπιζε εκεί κάτω
Ν’ αγροικηθεί στης κόλασης τον πάτο.
ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΧΡΙΣΤΟΥ_9

Κωστης Παλαμας, «Το Τραγουδι του Σταυρου»
(απο τη συλλογη «Ασαλευτη Ζωη»)

Κ’ έγυρ’ Εκείνος το άχραντο κεφάλι και ξεψύχησε
στο μαύρο το κορμί μου απάνου·
άστρα γινήκαν τα καρφιά του μαρτυρίου του, άστραψα
κι από τα χιόνια πιο λευκός τα αιώνια του Λιβάνου.
 
Οι καταφρονεμένοι μ’ αγκαλιάσανε
και σα βουνά και σα Θαβώρ υψώθηκαν εμπρός μου·
οι δυνατοί του κόσμου με κατάτρεξαν
γονάτισα στον ήσκιο μου τους δυνατούς του κόσμου.
 
Τον κόσμο αν εμαρμάρωσα, τον κόσμο τον ανάστησα,
στά πόδια μου άγγελοι οι Καιροί, γύρω μου σκλάβες οι Ώρες.
Δείχνω μια μυστική Χαναάν στα γαλανά υπερκόσμια·
μα εδώ πατρίδες πάναγνες είσαστ’ εσείς, τρεις Χώρες!
 
Ω πρώτη εσύ, Ιερουσαλήμ! του βασιλιά προφήτη σου
μικρή είν’ η άρπα για να ειπή τη νέα μεγαλωσύνη.
Του Σολομώντα σου ο ναός μ’ αντίκρυσε, και ράγισε·
καινούργια δόξα ντύθηκαν της Ιουδαίας οι κρίνοι.
 
Κ’ ύστερα υψώθηκα σ’ εσένα, ω Πόλη, εφτάλοφο όραμα,
κ’ έγινα φως των ουρανών, το θάμα του Ιορδάνη,
τους Κωνσταντίνους φώτισα και τους Ηράκλειους δόξασα,
και τρικυμίες δεν έσβησαν εμέ, μηδέ Σουλτάνοι.
 
Και ύστερα, ταξιδευτής, ήρθα σ’ εσένα, ασύγκριτη,
Αθήνα, των ωραίων πηγή, των εθνικών κορώνα,
τον άγνωστο έφερα Θεό, και, απόκοτος, αψήφησα
την πολεμόχαρη Παλλάδα μεσ’ τον Παρθενώνα.
 
Και γνώρισα τους ιλαρούς θεούς και στεφανώθηκα
την αγριλιά της Αττικής, τη δάφνη απ’ την Ελλάδα,
και ω λόγος πρωταγροίκητος! του Γολγοθά το σύγνεφο
πήρε την άσπρη ομηρική του Ολύμπου λαμπεράδα.
 
Τα είδωλα τ’ αφρόντιστα και τα πασίχαρα έφυγαν,
αλλ’ ούτε πια μεθάει τη γη το ασκητικό μεθύσι,
ας λάμπη η μυστική χαρά στα γαλανά υπερκόσμια·
ειν’ εδώ κάπου μια ζωή, και είν’ άξια για να ζήσει.
 
Με τα κλαδιά της φοινικιάς νέα ωσαννά λαχτάρισα
σ’ εσένα, ω Γη Πανάγια και ω πρώτη μου πατρίδα.
Σ’ εσέ γυρνώ, Ιερουσαλήμ, κ’ ένα τραγούδι φέρνω σου·
Είναι πλασμένο από ψυχή και από φωνή Ελληνίδα!
 
sanmarcoanastasis

Κωστης Παλαμας, «Γιορτες» (αποσπασμα)

από τη συλλογή «Ασαλευτη Ζωη»

 
Η νύχτα των Παθών, αγία Παρασκευή μεγάλη,
θυμάσαι; Οι κράχτες βροντεροί του δρόμου και χουγιάζουν
«Ώρα, ώρα για την εκκλησιά!» Τα σήμαντρα σωπαίναν,
μήπως ταράξουν του Ιησού τον ύπνο ολογυρμένου
στων επιτάφιων τα χρυσά τα σάβανα που οι βιόλες
χλωμές και τα τριαντάφυλλα τα κοκκινοπλουμίζαν.
Θυμάσαι; Η νύχτα των Παθών μα και τ’ Απρίλη η νύχτα
της χώρας όλα, νόμιζες, να βουβαθούν γυρεύαν
θρήσκα και κατανυχτικά, τη σιγαλιά να κάμουν
μια προσφορά ευλαβική προς του Κυρίου τα Πάθη.
Και μοναχά δε σώπαινε στο περιβόλι μέσα
με τη δικούλα του εκκλησιά, με τη λατρεία δική του,
πιστός και ιερουργός Θεού ψηλότερου απ’ όλους,
τ’ αηδόνι. Η νύχτα των Παθών, μα και τ’ Απρίλη η νύχτα.
Διάπλατες πέρα οι εκκλησιές ολόφωτες και φτάναν
απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα στα σπίτια μας οι θρήνοι
σεμνοί κι αντιθρηνούσανε στου χριστιανού τα χείλη:
«Ζωή εν τάφω… Έαρ γλυκύ… Γλυκύτατόν μου τέκνον..»
Μπρος στην πεζούλα του σπιτιού, της γειτονιάς μελίσσι
κι εμείς, αγόρια αγίνωτα κι αστάλωτες παιδούλες,
ο ύπνος δε μας έπαιρνε, προσμέναμε την ώρα
της εκκλησιάς…
 

Κωστης Παλαμας, «Το τροπαριο της Κασσιανης»

Διασκευη του βυζαντινου υμνου

 
Κύριε, γυναίκα αμαρτωλή, πολλά
πολλά, θολά, βαριά τα κρίματά μου.
Μα Κύριε, πως η θεότης Σου μιλά,
μέσ’ στην καρδιά μου!
 
Κύριε, προτού σε κρύψ’ η εντάφια γη
από τη δροσαυγή λουλούδια πήρα
κι απ’ της λατρείας την τρίσβαθη πηγή
σου φέρνω μύρα.
 
Οίστρος με σέρνει ακολασίας … Νυχτιά
σκοτάδι, αφέγγαρο, ανάστερο με ζώνει,
το σκοτάδι της αμαρτίας, φωτιά
με καίει, με λιώνει.
 
Εσύ που από τα πέλαα τα νερά
τα υψώνεις νέφη, πάρε τα Έρωτά μου,
κυλάνε, είναι ποτάμια φλογερά
τα δάκρυά μου.
 
Γείρε σ’ εμέ. Η ψυχή μου πως πονεί!
Δέξου με Εσύ που δέχτηκες και γείραν
άφραστα ως εδώ κάτου οι ουρανοί
και σάρκα επήραν.
 
Στ’ άχραντά Σου πόδια, βασιλιά
μου Εσύ, θα πέσω και θα στα φιλήσω
και με της κεφαλής μου τα μαλλιά
θα στα σφουγγίσω.
 
Τ’ άκουσεν η Εύα μέσ’ στο αποσπερνό
της παράδεισος φως ν’ αντιχτυπάνε,
κι αλαφιασμένη κρύφτηκε … Πονώ,
σώσε, έλεος κάνε.
 
Ψυχοσώστ’ οι αμαρτίες μου λαός
τ’ αξεδιάλυτα ποιός θα ξεδιαλύσει;
Αμέτρητό Σου το έλεος, ο Θεός!
Άβυσσο η κρίση.
130385-anastasi

Γιωργοσ Θ. Βαφοπουλος, «Το Ορος των Ελαιων»

Απο τη συλλογη «Τα ροδα της Μυρταλης» (1931), ενοτητα«Δεκαοχτω Αλλα Ποιηματα»

(Εις εμαυτόν)
 
Στης γήινής σου πορείας το τέρμα σαν εγγίσεις
και των βημάτων σου διακόψεις τη γραμμή,
την υψηλή κ’ επίσημη τούτη στιγμή
σκέψου καλά το χρέος σου πόχεις να εξοφλήσεις.
 
Πρόσεξε στις αδυναμίες σου μην ενδώσεις,
που τις εκμεταλλεύτηκες τόσο πολύ.
Καιρό δεν έχεις πια για νέαν αναβολή.
Είναι η στιγμή που τον εαυτό σου θα δικαιώσεις.
 
Αν όμως σε λυγίσει κάποια αδυναμία,
όταν θα σέρνεσαι προς τη Γεθσημανή,
πρέπει πως λιποψύχησες να μη φανεί,
κάμνοντας την ανάγκη σου φιλοτιμία.
 
Όχι λυγμοί και «το ποτήριον παρελθέτω…»
Κι’ ούτε να πεις: «Ηλί, λαμά σαβαχθανί;»
Μια φορά πάει κανείς στη Γεθσημανή.
Σαν τέλειος θεατρίνος το ποτήρι πιε το.
 
Μην κάμεις στα στερνά καμιάν απροσεξία
κι’ αηδιάσεις με κανένα μορφασμό.
Αν δεν παίξεις με τέχνη και θεατρινισμό,
χάνεις στερνά μαζί και την ευθανασία.
 

Γιαννης, Ριτσος, «Εαρινη Συμφωνια» (αποσπασμα)

Ακου τα σήμαντρα
των εξοχικών εκκλησιών.
Φτάνουν από πολύ μακριά
από πολύ βαθιά.
Απ’ τα χείλη των παιδιών
απ’ την άγνοια των χελιδονιών
απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής
απ’ τ’ αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες
των ταπεινών σπιτιών.
 
Ακου τα σήμαντρα
των εαρινών εκκλησιών.
Είναι οι εκκλησίες
που δε γνώρισαν τη σταύρωση
και την ανάσταση.
 
Γνώρισαν μόνο τις εικόνες
του Δωδεκαετούς
που ‘χε μια μάνα τρυφερή
που τον περίμενε τα βράδια στο κατώφλι
έναν πατέρα ειρηνικό που ευώδιαζε χωράφι
που ‘χε στα μάτια του το μήνυμα
της επερχόμενης Μαγδαληνής.
 
Χριστέ μου
τι θα ‘τανε η πορεία σου
δίχως τη σμύρνα και το νάρδο
στα σκονισμένα πόδια σου;».
ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ντινος Χριστιανοπουλος, «Μαγδαληνη»

Απο τη συλλογη «Εποχή των ισχνων αγελαδων» (1950)

Τον ξεχώρισα μόλις τον είδα, ήμουνα τακτική στα κηρύγματά του,
πούλησα κι ένα κτηματάκι της θειας μου για να τον ακολουθήσω.
Όμως όταν πια όλα τα ξόδεψα, αποφάσισα να πουλήσω και το κορμί μου,
στην αρχή στους ανθρώπους των καραβανιών, κατόπι στους τελώνες∙
κοιμήθηκα με σκληροτράχηλους Ρωμαίους κι οι Φαρισαίοι δε μου είναι άγνωστοι.
Κι όμως μέσα σ’ αυτά δεν ξεχνούσα τα μάτια του.
Μήνες για χάρη του έτρεχα απ’ το Ναό στο λιμάνι
κι απ’ την πόλη στο Όρος των Ελαιών.
 
Κύριε μυροπώλη, κάντε μου, σας παρακαλώ, μια μικρή έκπτωση.
Για ένα βάζο αλάβαστρου δε φτάνουν οι οικονομίες μου.
Κι όμως πρέπει να αποχτήσω αυτό το μύρο με τα σαράντα αρώματα.
 
Μ’ αυτό το μύρο θ’ αλείψω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα μαλλιά θα σφουγγίσω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα χείλη, τα πόδια του τα εξαίσια κι άχραντα θα φιλήσω.
Ξέρω, είναι πολύ αυτό το μύρο για τη μετάνοια,
ωστόσο για τον έρωτα είναι λίγο.
Κι αν μια μέρα ασπαστώ το χριστιανισμό, θα είναι για την αγάπη του∙
κι αν μαρτυρήσω γι’ Αυτόν, θα ‘ναι η αγάπη του που θα μ’ εμπνέει.
Γιατί, κύριε, ο έρωτας μού ανάβει την πίστη κι η αγάπη τη μετάνοια
κι ίσως μείνει αιώνια τ’ όνομά μου σα σύμβολο
εκείνων που σώθηκαν και λυτρώθηκαν «ότι ηγάπησαν πολύ».

Ζωη Καρελλη, «Πριν την Ανασταση»

Απο τη συλλογη «Της μοναξιας και της επαρσης» (1951)

Ίσως να ήταν περί το μεσονύχτι,
πριν ή μετά, δεν ξέρω, ξύπνησα
στο σκοτάδι όμως, θαρρείς,
δεν ανοίγουν τα μάτια.
 
Τι ώρα πηγαίναμε στην εκκλησία τότε;
Κάποτε δεν κοιμόμασταν, περιμένοντας,
ή μας έπιανε ύπνος ελαφρύς
και ξυπνούσαμε καλοδιάθετοι,
με τις πρώτες καμπάνες.
 
Χρόνια τώρα, δεν πηγαίνω στην εκκλησία.
Χάνεται μέσα μου η σημασία της,
ώσπου πια καθόλου… Είναι δυνατόν,
τίποτα να μην απομένει
απ’ την εύχαρη του ανθρώπου ηλικία;
Πόσο είχα παρακαλέσει, ώσπου έπαψα.
Ανάσταση περίμενα απ’ τις φτωχές μου
αισθήσεις, του σώματος. Αν όχι τίποτ’ άλλο,
τώρα, που δεν πιστεύω, γνωρίζω
την αμαρτία μου.
Πόσο ήταν ωραία, τότε…
Στεκόμασταν στον αυλόγυρο,
γεμάτον κόσμο ελεύθερο. Γελούσαν,
μιλούσαν οι άνθρωποι.
Η ορθοδοξία
αφήνει ακέριο το πνεύμα της προσφοράς.
Ελεύθερα να προσέλθω σε σένα, Κύριε.
Οι άνθρωποι φαίνονταν ξεκούραστοι,
την γιορτή περιμένοντας, το αύριο
νάρθει της χαρούμενης μέρας,
έλαμπε το βλέμμα, το πρόσωπο.
 
Με πνίγει τούτο το σκοτάδι.
Δεν θέλω ν’ ανάψω το μέτριο φως.
Θα μου στερήσει τα ενθύμια που βλέπω,
τα πράγματα ορίζοντας γύρω μου.
Πώς περιμέναμε την Ανάσταση!
Δίχως αμφιβολία έρχονταν η Λαμπρή,
«Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί».
Άνοιγαν οι πύλες, η πομπή προχωρούσε
με ψαλμούς κι’ εξαπτέρυγα, άστραφταν
τα πολύτιμα, άναβαν μυριάδες τα κεριά
των χριστιανών, φλόγες πίστης,
σημείο χαράς.
Μιαν μικρήν εικόνα της Ανάστασης
είχε η ενορία μας. Σπρωχνόμασταν
για ν’ ασπαστούμε, οχλαγωγή. Γελούσαν
χαρούμενοι οι πιστοί, στα χέρια
κόκκιν’ αυγά, άναβαν βεγγαλικά
κι’ οι μεγαλείτεροι σαν τα παιδιά.
 
«Ουκ έστιν ώδε αλλ’ ηγέρθη».
Μένω ξαπλωμένος, δεν ανάβω το φως,
δεν περιμένω τίποτα.
Δεν πάω με τους άλλους να μοιραστώ
την πλάνη της χαράς.
Χαρά δεν υπάρχει;
 
Υπάρχει πάντα η ανάσταση,
όχι ορισμένη και πιθανή,
υπάρχει απίθανη περίλαμπρη δόξα,
η φωτεινή έκσταση, δεν μπορούν
δίχως αυτήν οι άνθρωποι,
που περιμένουν σε νηστεία και προσευχή.
 
«Ουκ έστιν ώδε αλλ’ ηγέρθη».
Ακόμα δεν ήρθε η ώρα, φαίνεται.
Δεν ακούω τους χαρμόσυνους ήχους.
Πόσο ακόμα και τότε, σαν η καταστροφή
της άρνησης, η αμφιβολία είχεν αρχίσει,
με συγκινούσε βαθιά η χαρά
πάνδημη του κόσμου συμμετοχή, στην γιορτή.
 
«Χριστός ανέστη». Ύμνος κι’ οι κρότοι
των όπλων κι’ όλες οι καμπάνες μαζί,
σ’ όλην την πόλη κι’ οι άνθρωποι
όλοι μαζί είχαν την ίδια χαρά,
τέλειωνε η προσφορά της προσπάθειας,
τους πένθους, της συλλοής.
 
Κοιτάζω το παρελθόν.
Δεν σ’ αρνιέμαι, Κύριε, της αγάπης,
της ανάστασης ένδοξης του ανθρώπου.
Πολλή με σκεπάζει αμαρτία της γνώσης,
όμως θα περιμένω μιαν αρχή της αγάπης
ξανά, που δίνεται παρηγοριά
της θλιμμένης επίμονης σκέψης.
 
Αρχή, χαραυγή,
«ήν δε όρθρου βαθέος…»
Να πιστέψουμε στην ημέρα της ζωής.
Ελπίδες, αναμνήσεις δεν αρκούν
οι κόποι. Η σκέψη θολώνει
το κόκκινο της θυσίας αίμα.
 
Πρέπει το σώμα να σηκωθεί,
να πάει με τους άλλους μαζί, να χαρεί
την γιορτή, την απλή χαρά,
να δεχτεί την πλούσια συμμετοχή,
να παραδεχτεί τη χαρά προσιτή.
Ανάσταση να χαρεί, λευτεριά
ύστερ’ απ’ το πλήθος του πόνου,
πίστη, την αγάπη του ανθρώπου.
anastasi-kyriou

Στελιος Σπεραντζας, «Ανασταση»

H Aνάσταση. Kαι γέμισε χαρά,
λουλούδισε η ψυχή μου σαν το κρίνο.
Kι ανοίγω της λαχτάρας τα φτερά,
ψηλά μες στης αυγής τα φωτερά
γαλάζιο ένα αστροφώς κι εγώ να γίνω.
 
Aνάσταση. Tα σήμαντρα χτυπούν.
Kι όλα τα δένδρα ανθίζουν πέρα ως πέρα.
Στον κόσμο αυτό ας μάθουν ν’ αγαπούν
όσοι το μίσος έσπειραν κι ας πουν
«Xριστός Aνέστη ετούτη την ημέρα».
 

Στελιος Σπεραντζας, «Η Λαμπρή»

Να ᾽την η Λαμπρή με τα λουλούδια
κόψετε, παιδιά, την πασχαλιά
κι όλα με χαρές και με τραγούδια
τρέξετε ν᾽ αλλάξωμε φιλιά.
 
Σήμαντρα γλυκά βαρούν ακόμα
και μοσχοβολούν οι εκκλησιές
μόσχος τα φιλιά στο κάθε στόμα
τα φιλιά της άνοιξης δροσιές.
 
Πάμε να στρωθούμε στο χορτάρι
και τ᾽ αρνί μας ψήνεται σιγά.
Και με της Ανάστασης τη χάρη
φέρτε να τσουγκρίσουμε τ᾽ αυγά.
 

Τασος Λειβαδιτης, «Ανασταση»

Απο τη συλλογη Νυχτερινος επισκεπτης (1972), ενοτητα Διασπορα

Δε σ’ ακολουθώ πια» φώναξα, μα εκείνος μ’ έσπρωξε, το αμάξι κατρακύλησε μες στη νύχτα, πού πηγαίναμε; στις γωνιές, με μεγάλα κάτωχρα πρόσωπα, στέκανε οι Σιωπηλοί, μόλις προφταίναμε να παραμερίσουμε για να μη μας γκρεμίσουν,
 
κι οι οργανοπαίχτες που ακολουθούσαν, μισομεθυσμένοι, με την ψυχή τους απροστάτευτη απ’ τη βροχή, φορούσαν κάτι σταχτιά, στραπατσαρισμένα καπέλα, απ’ αυτά που βρίσκονται στον ουρανό, μαζί με τα παιδιά και τους σαστισμένους,
 
κι αυτό το κάθαρμα ο άμαξας προσπαθούσε να κρύψει μ’ ένα σάλι το βρόμικο μούτρο του, ενώ εγώ ήξερα πως ήταν εκείνος ο αλήτης, που μια νύχτα αρνήθηκα να πιω ένα ποτήρι μαζί του, έπρεπε να ξεφύγω, γλίστρησα κρυφά και νοίκιασα ένα δωμάτιο σ’ ένα απόμερο ξενοδοχείο, μα όπως εκείνη τη νύχτα με μαστίγωνε η πόρνη, κι άκουγα τη θεία εκμυστήρευση, ήρθε και γονάτισε δίπλα μου,
 
τότε τον ακολούθησα, κι όπως βαδίζαμε, είδαμε άυπνο και χλωμό τον Σίμωνα τον Κυρηναίο, «πλαγιάζω στον τάφο και τρέμω, πως κάθε τόσο θα με ξανασηκώσουν» είπε λυπημένος,
γιατί αν χρειάζονταν κάποιον να βοηθήσει για το σταυρό, πάλι αυτόν θα συναντούσαν στο δρόμο.
 

Τασος Λειβαδιτης, «Έξοδος»

Απο τη συλλογη Νυχτερινος επισκεπτης (1972), ενοτητα Διασπορα

Η τελετή γινόταν στη μεγάλη σάλα, μόλις μ’ είχαν ξεκρεμάσει απ’ το ηλιοβασίλεμα, με τύλιξαν μ’ ένα σεντόνι, μα οι πληγές φάνηκαν στον τοίχο, το πλήθος συνωστίζονταν στις σκάλες, ζητούσε ν’ αναστηθώ, μα εγώ έπρεπε να μείνω αγνός από θαύματα, και κρυβόμουν πίσω απ’ τα παλτά των ξένων στο διάδρομο, τρώγοντας τα φύλλα από παλιά ημερολόγια, το ξημέρωμα ήταν ωχρό πίσω απ’ τις μπουκάλες, βγήκα στο δρόμο και γονάτισα στον πρώτο περαστικό, «γιατί το ‘κανες;» με ρωτούσε ο Θεός, είναι ο καιρός της βασιλείας μου, Κύριε, πώς ν’ αρνηθώ;» και τότε ο θεός μου ‘βαλε στο χέρι αυτό το κλειδί, έτσι μπορώ τώρα ν’ ακούω ήρεμος το ανελέητο βήμα πίσω απ’ τον τοίχο, αθέατος μέσα σε όποια θεία εικόνα.
 
Ήμουν τόσο μονάχος, που τα σκυλιά που με γάβγισαν στο δρόμο ανέβαιναν τώρα μαζί μου στον ουρανό.
 

Νικος Καρούζος, «Ασμα μικρο»

Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε…
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.
anastasi

Κωστασ Μοντησ, «Μια εικονα Παναγιασ κι ο Ιησουσ»

Απ᾽ εκείνο το σφίξιμο στην αγκαλιά Της
καταλαβαίνεις πως ξέρει πως θα Της τον πάρουμε
απ᾽ εκείνο το βλέμμα που μας βλέπει
καταλαβαίνεις πως ξέρει πως θα Της τον πάρουμε.

Μιχαλης Γκανας, «Χριστος Ανεστη»

Απο τη συλλογη «Μαυρα Λιθαρια» (1980, 3η Εκδοση 1993)

Είχαμε πάρει το μονοπάτι για το σπίτι
θάλασσα ολούθε μπαμπακιά ο Απρίλης
κι όσο χωνόμαστε μες στα πλατάνια
τόσο σωπαίναν δε φυσούσε
μόνο που με κοιτάζαν από μέσα μου
νωπά τα μάτια της απ’ τα κεριά
και σφύριζα θυμάμαι το Χριστός Ανέστη.Ο ουρανός που λίγο πριν αστροφορούσε
σ’ άσπρο σεντόνι γύριζε και σε βρεγμένο.Δυο βήματα απ’ τη βρύση ο αδερφός της,
έσταζε το βρακί και το παγούρι του
―Χριστός Ανέστη, πώς περνάς, τι να περνούσε
κόντευε χρόνο πεθαμένος.
Γύρισε να μας δει κι έφεξε ο τόπος
σαν κάποιος να μας φωτογράφιζε τη νύχτα.
 

Κυριακος Χαραλαμπιδης, «Μεγαλη Παρασκευη»

Απο τη συλλογη «Αμμοχωστος Βασιλευουσα» (1982)


Κι αφού απ’ τον ύπνο πέφτοντας η πόλη
κατακρεουργηθεί απάνω στα φτερά της,
εγώ τι κάνω, που τους βλέπω να σκουπίζουν
το αλμυρό της αίμα, όμικρο θετικό;
 
Άλφα και βήτα, μια και δυο σαν πάνθηρας
ορμάω με φαντασία στις αλυσίδες.
Στάθηκα τυχερός απο το γάντζο τους
κι από ψηλά που ήμουνα τι βλέπω:
Την πόλη να πλανιέται σ’ άλλη πόλη,
τα αίματα να σμίγουν, να στοιβάζονται
κι ούτε να ξεχωρίζεις πια τη μάνα Μόρφου
απ’ την Κερύνεια και από την Αμμόχωστο.
Κι ούτε να λες χωριό της επαρχίας
τάδε και τάδε — τίποτα και όλα.
 
Διάβολε, κάτι γίνεται δωπέρα.
Γεννιέται αγάπη παρδαλή κι ασύνταχτη.
Σκουπίζω τον ιδρώτα απ’ τα φτερά μου,
κάνω το φως πιο μαλακό και σκάβω
τα στήθια του θηρίου — πάλι εγώ σε χάνω:
 
Ήσουνα εδώ, αντίκρυ του Λιβάνου,
καθάριζες τη μύτη με το δάκτυλο σου
και τώρα πήρες άλλη θέση· κάποιοι σ’ αντάλλαξαν
μ’ άλλο νησί στο χάρτη — λάθη που είναι ανθρώπινα.
 
Σύμφωνα με την ίδια λογική, ψάχνω και δε σε βρίσκω
στα χώματα που σ’ έχασα — τόσο μεγάλη πόλη
με σχέδιο ρυμοτομικό, ξενοδοχεία και πάρκα
και πού να πήγε; Ποια την υποδύεται σωσίας;
Στη θέση του Ισαάκ, της Ιφιγένειας
κι άλλων μαρτύρων του θεάτρου, ποιο κριάρι,
ποιο σφάγιο ιερό φυτρώνει;
 
Δεν ξέρω τι να πω, τι να υποθέσω.
 
Τα πράγματα είναι καθαρά· μια πόλη
Σε αμνημόνευτους καιρούς, μια πόλη μυθική
της πήραν ξάφνου τη λαλιά και την τροχοπεδώσαν.
Αμποτε νά ‘μουνα κι εγώ στην κοίτη του ματιού της
την ώρα που της σφάλιζαν τα σωθικά με κράμα
πηχτού κι ανάλγητου πολτού κατήφειας και σκισμάδας.
Μπορεί κάτι να γίνονταν, τ’ αλλόκοτα είναι λίγα
τα περιττά πάρα πολλά κι η λεπτομέρεια πλήρης.
Μπορεί και να την έσωζα παίρνοντας απ’ το χέρι
την αργυρή ταυτότητα, κι ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ να γράφει,
και νά ‘κρυβα μοναχικά στον κόρφο τ᾽ όνομά της
κάνοντας τάχα πως κοιτώ απ’ το παράθυρο έξω.
 
Τα κόλπα τούτα μου έμαθε πολυσχιδής λατρεία
της ιστορίας της μοίρας σου, πατρίδα ωραιότατη.
Δεν κάνω τον πολύξερο· μου κλέψανε τις γνώσεις
Που μου γεμίσαν την κοιλιά στον τελευταίο ξεσηκωμό.
Μου μένει τώρα το κλειδί, το μαγικό κλειδάκι·
Άμα το χάσω χάνομαι, το βρίσκω και με βρίσκεις,
Εσύ μια πόλη αστόλιστη με χίλιους αφεντάδες
Κι εγώ ένας κάλφας του ματιού και της καρδιάς σου πρόκα.
 
Μη φοβηθείς, μη λυπηθείς και μη λιποψυχήσεις.
Την ώρα που θα σε κεντώ με αγαπητή λατρεία
θα σε φυλάγω εφτά γενιές από την κουστωδία.
 
Θα γείρει το κορμάκι σου το χιλιοματωμένο
επάνω στο ασυμβίβαστο και κακομαθημένο
τραγούδι της νεράιδας. Σε περιζώνουν χάρες,
φυλλάδια της ανάστασης κι ερωτικές κιθάρες.
 

Κυριακος Χαραλαμπιδης, «Πασχα 1999″

Απο τη συλλογη «Δοκιμιν» (2000)

 
Κάθε γέννηση πρέπει να σφραγιστεί
από ένα θάνατο.
ΓΕΧΟΥΝΤΙ ΜΕΝΟΥΧΙΝ
 
ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΘΑΝΑΤΟΣ οφείλει
να σφραγιστεί από μιαν Ανάσταση.
Ανάσταση ερπετών, Ανάσταση εντόμων,
Ανάσταση των εν Χριστώ αρνίων,
Ανάσταση εθνών, ιχθύων, πτηνών,
Ανάσταση Ποιήσεως και Μουσικής.
 
Λάβε ως παράδειγμα τον δεκατριετή
μέσα στον οίκο του Κυρίου της Τέχνης.
Όταν απόσωσε τη συναυλία
του είπε ο Αινστάιν: «Τώρα ξέρω,
μικρέ βιρτουόζε, πως υπάρχει θεός!»
 
Εκείνος χαμογέλασε στη μνήμη
του πινακιδοφόρου παππού του
(σφικτοκρατούσε τα έργα του Σαγκάλ)
και του ᾽λεγεν ο πάππος του: «Γεχούντι,
αφανισθήκαμε μαζί με το Ναό
του Σολομώντος· όταν ένας τέτοιος
Ναός εξηφανίσθη από προσώπου
της γης, προς τι επιδόρπια μουσικής;»
 
Ο καημένος, μάλλον δεν θυμούνταν
το πώς τα τείχη πέσαν της Ιεριχώς
με των σαλπίγγων τους ήχους (ή με των
αγγέλων το νανούρισμα)· πως κι άλλα
τείχη αρχαίων ναών οικοδομήθηκαν
σε τρεις ημέρες με τους δέοντας ήχους.
 
Έτσι και με τον άνθρωπο που πέφτει
δρεπανοθερισμένος στα χωράφια.
Μια μέρα θα εγερθεί, θ᾽ αναδειχθεί
σήμαντρο και σφραγίδα της Ανάστασης
των εντολών του βίου· όπου η θεία
της Δίκης Μουσική θα τρεμοπαίζει
αντάμα με την Ποίηση στα Λιβάδια.
 

Κικη Δημουλα, «Πασχα στο φουρνο «

Απο τη συλλογη Ενος λεπτου μαζι (1998)

Βέλαζε το κατσίκι επίμονα βραχνά.
Άνοιξα το φούρνο με θυμό τι φωνάζεις είπα
σε ακούνε οι καλεσμένοι.
Ο φούρνος δεν καίει, βέλαξε
κάνε κάτι αλλιώς θα μείνει νηστική
χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας.
 
Έβαλα μέσα το χέρι μου. Πράγματι.
Παγωμένο το μέτωπο τα πόδια ο σβέρκος
το χορτάρι η βοσκή τα κατσάβραχα
η σφαγή.
 

Κικη Δημουλα, «Μεγαλη Πεμπτη»

απο τη συλλογη «Χαιρε ποτε» (1998)

Υπαίθριος καιρός.
Κάτι ελιές πάνε να μαζέψουν ανήφορο.
Φορτωμένες.
Ο καρπός εισακούστηκε το παρελθέτω όχι.
Δεν θα εισπράξουν ούτε φέτος πατέρες
οι λιποψυχίες μας.
 
Ατελής η ελαιογραφία.
Να ξαναδοκιμάσω.
 
Κάτι ελιές πάνε να μαζέψουν ανήφορο.
Τα αργύρια φύλλα τους εποφθαλμιά
η αστραφτερή του τοπίου αγνότητα.
Φύσει καταδότρια η αθωότης.
Αυτή δεν μας παρέδωσε
για ελάχιστα ανεκπλήρωτα αργύρια
στην απώλεια της;
 
Να τονίσω λίγο Φαρισαίον απέναντι.
Τη θάλασσα.
 

Κικη Δημουλα, «Μεγαλη Πεμπτη»

απο τη συλλογη «Ηχος απομακρυνσεων» (2001)

Γοερά το βλέπω ετοιμάζεσαι
για την Ανάστασή σου.
 
Την πιστεύω αλλά με θλίβει
όπως μάς θλίβουν γοερά
και κάτι άλλα θαύματα που
επαληθεύτηκαν αλλόκοτα:
με το μη μένοντας κοντά μας
όπως μη μένοντας από μεθαύριο Εσύ.
 
Να αναστηθείς βεβαίως
ποιος νεκρός δεν το θέλει
ποιος υποψήφιος.
Αλλά να έμενες κάτω, εδώ
να μένεις ο πλησίον μας.
 
Όσα μάς έταξες το είδες
δε γίνονται εκεί πάνω
εν μέσω πολυάσχολων ιλίγγων
και στροβιλισμών της Αναλήψεώς σου.
 
Θέλουνε γη αυτά τα πράγματα
πετρώδη ακανθόσπαρτη
γι’ αυτό και την διεξήλθες τόσον αιματηρά
ίνα άρεις -Συ είπας-
όσα χάσαμε επ’ αυτής.
 
Δε γίνεται τουλάχιστον να μένεις
μία βδομάδα εδώ και μια στο πατρικό σου;
Θαύμα μεγάλο είσαι πια μπορείς
να επιβληθείς στη διανομή σου.
Πώς πηγαινοέρχονται καθημερινά
από εδώ εκεί από κει εδώ
η ζωή και ο θάνατος.
 
Όχι όχι μη μου μιλάς για τις αόρατες
συνεχείς εκείνες παρουσίες. Είδαμε
σε τι μαρτύριο ψαύσεως τυφλής μάς υπέβαλαν.
 
Μεγάλωσα όχι θέλω ξεκάθαρους πια
ορατούς λογαριασμούς
 
ή σε αγγίζω Ιησού
ή Ανασταίνεσαι δια παντός από κοντά μου.
 

Κικη Δημουλα, «Γραμματεις και πρεσβυτεροι αιωνες»

Ιδού η μικροτάτη Παρασκευή πάλι
σε βαφή Μεγάλης βουτηγμένη.
 
Μέτωπο αιμάτινο σου πλέκουν τ’ ακανθώδη
έθιμα
και επί τον ιματισμόν σου έβαλαν κλήρο
η νηστεία ο Μπαχ τα βαρελότα και η μέθοδος
να φτάνει με καρφιά στα άκρα του ο πόνος.
 
Τι κι αν εσχίσθη το καταπέτασμα των χαμομηλιών
τι κι αν χρωμάτων στρατιαί εξεπλήττοντο
 
σταύρωσον σταύρωσον αλαλάζουν
τα κρεοπωλεία οι ψησταριές κι οι φούρνοι.
 
Δε μ’ άκουσες.
Αφησες ανύμφευτη την κόμη της Μαγδαληνής
και σπατάλησες το σπάνιο Νυμφίο άρωμά σου
για να κάνεις τεστ αληθείας στην αγάπη, στον πλησίον.
Σου φώναζα να τους αφήσεις όπως είναι
 
όπως τους παραλάβαμε από την υπαρξιακή παράδοση
όπως περιγράφτηκαν από στόμα σε στόμα
από πικρό ποτήριον σε πικρότερο. Δε γλίτωσε
σταυρώθηκε όποιος διανοήθηκε να τους επαληθεύσει.
 
Προσκυνώ το οικείον προσφιλές μου σφάλμα σου.
Εν συντριβή περιστρέφω τη σούβλα
αδημονώντας σε αμνέ μας».
 

Γιαννης Βαρβερης, Εσπερινος της αγαπης

Απο την ποιητικη συλλογή «Ο Ανθρωπος Μονος» (εκδ. Κεδρος, 2009)

Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.
Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.
Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;
ΠΗΓΉ: https://antonispetrides.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...