Η Κοίμηση της Θεοτόκου είναι μια Θεομητορική εορτή των Χριστιανικών Εκκλησιών, η οποία εορτάζεται στις 15 Αυγούστου. Στην Ελλάδα γιορτάζεται με ιδιαίτερη λαμπρότητα σε πολλά μέρη της χώρας, ονομάζεται δε και «Πάσχα του καλοκαιριού». Είναι μια από τις επίσημες αργίες στην Ελλάδα.
Κατά την παράδοση, όταν η Παναγία πληροφορήθηκε άνωθεν τον επικείμενο θάνατό της, προσευχήθηκε στο όρος των Ελαιών, ετοιμάστηκε και ανέφερε το γεγονός στους Αποστόλους.
Επειδή κατά την ημέρα της κοίμησης δεν ήταν όλοι οι Απόστολοι στα Ιεροσόλυμα, μια νεφέλη τους άρπαξε και τους έφερε κοντά της. Την τοποθέτησαν στο μνήμα της Γεσθημανής.
Μετά από τρεις μέρες ο τάφος ήταν άδειος. Η Παναγία μετατέθη τους ουρανούς....
Πρόκειται για το πιο σημαντικό κειμήλιο του Αγίου Όρους μαζί με την εικόνα του «Άξιον Εστίν». Η Παναγία η Πορταΐτισσα των Ιβήρων και η ιστορία της έχει κάνει πολλούς να δακρύσουν αλλά και να πιστέψουν.
Αυτήν την μοναδική εικόνα προσκύνησε και ο Πατριάρχης της Ρωσίας κ. Κύριλλος, αποδίδοντας φόρο τιμής στην Κυρά του Άθωνα.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ Σύμφωνα με την παράδοση αλλά και μαρτυρίες, η εικόνα ανήκε σε μια οικογένεια που ζούσε στη Νίκαια της Μικράς Ασίας τον 8ο αιώνα. Το 829 μεσούσης της «εικονομαχίας» η γυναίκα πουν την είχε αναγκάστηκε να την ρίξει στην θάλασσα για να μην καταστραφεί από τους εικονομάχους.
Επί 170 χρόνια η εικόνα ήταν χαμένη. Μέχρι το 1004. Τότε καλόγεροι της Μονής Ιβήρων είδαν στην θάλασσα ένα φως. Το φως αυτό ήταν ορατό κι από άλλες Μονές.
Περίεργοι να δουν τι συμβαίνει στη θάλασσα πολλοί μοναχοί μπήκαν στις βάρκες και πήγαν προς το φως, όπου διέκριναν μια εικόνα. Όσο πλησίαζαν όμως η εικόνα απομακρυνόταν. Αδυνατώντας να την πλησιάσουν, επέστρεψαν στη Μονή Ιβήρων όπου προσευχήθηκαν.
Η απάντηση του Θεού δόθηκε μέσω ενός ασκητή, του Γαβριήλ ο οποίος λένε πως άκουσε τη φωνή της Παναγίας να του δίνει συγκεκριμένες εντολές.
«Πήγαινε στο Μοναστήρι σου και πες στον ηγούμενο ότι ήρθα για να τους δώσω την εικόνα μου. Μετά, βάδισε στη θάλασσα, για να γνωρίσουν όλοι την αγάπη και πρόνοια που έχω στο Μοναστήρι σας.» Έτσι κι έγινε.
Ο Γαβριήλ πήγε στη θάλασσα και η εικόνα τον πλησίασε. Επί τρία μερόνυχτα οι Μοναχοί έψαλλαν δοξολογίες προς την Παναγία για το Θαύμα, το οποίο όμως δεν είχε ολοκληρωθεί.
Η εικόνα μεταφέρθηκε στο καθολικό της Μονής Ιβήρων. Παραδόξως όμως χανόταν και εμφανιζόταν στην πόρτα της Μονής.
Οι μοναχοί την επέστρεφαν στο καθολικό και η ιστορία επαναλαμβανόταν.
Μέχρι που ο Γαβριήλ άκουσε ξανά τη φωνή της Παναγίας «Πες στον ηγούμενο να παύσετε να με πειράζετε, διότι δεν ήρθα στο Μοναστήρι για να με φυλάτε σεις, αλλά ήρθα για να γίνω εγώ φύλακας και φρουρός σας και σ' αυτήν και στην μέλλουσα ζωή. Και όσοι θα ζήσουν με ευλάβεια και φόβο Θεού και δεν αμελούν στην απόκτηση των αρετών, και τελειώσουν την πρόσκαιρη ζωή τους σ' αυτόν τον τόπο, ας έχουν θάρρος και να μη φοβούνται την κόλαση διότι αυτή τη χάρη ζήτησα από τον Θεό και Υιό μου και την πήρα. Ως επιβεβαίωση των λόγων μου σας δίνω αυτό το σημείο: Όσο βλέπετε την εικόνα μου στο Μοναστήρι σας, δεν θα λείψη απ' το Όρος τούτο η χάρις και το έλεος του Υιού μου και Θεού» (ε' 143). Με εντολή του τότε Ηγουμένου, κτίστηκε ειδικό παρεκκλήσιο έξω από την πόρτα της Μονής και εκεί απέθεσαν την ιερή εικόνα.
Οι γυναίκες του λεωφορείου 678 Τρεις γυναίκες πέφτουν θύματα σεξουαλικής παρενόχλησης. Η Φαΐζα, μια συντηρητική μητέρα δύο παιδιών, περνά τον εφιάλτη αυτό καθημερινά όταν παίρνει το λεωφορείο για τη δουλειά. Η ντροπή δεν την αφήνει να μοιραστεί το μαρτύριό της με κανέναν και σταδιακά αποξενώνεται. Η Σέμπα, μια μορφωμένη και πλούσια σχεδιάστρια κοσμημάτων, πέφτει θύμα επίθεσης από ομάδα ανδρών. Ο άντρας της, ντροπιασμένος, την εγκαταλείπει. Η νεαρή και δυναμική Νέλλη είναι η πρώτη γυναίκα στην Αίγυπτο που θα κινηθεί δικαστικά για το ίδιο θέμα, αντιμετωπίζοντας την αποδοκιμασία του περιβάλλοντός της. Η γνωριμία των τριών γυναικών θα δράσει καταλυτικά στις ζωές τους οδηγώντας μία εξ αυτών στην αυτοδικία.
Like Many Palestinian families, the Amers live surrounded by the infamous West Bank Wall. Their daily lives are dominated by electrified fences, locks and a constant swarm of armed soldiers. Through sensitive lens we discover the private world of all eight members of the family. As their dramas unfold we catch a glimpse of their constant struggles and the small, endearing details that sustain them:including school friends, olive trees and two small donkeys. The story of the Amer family offers its audeince an opportunity to reflect on the effects of racial segregation, the meaning of borders and the absurdity of war. This documentary reveals the unknown life of the palestinian people.
Σου στέλνω αυτό το γράμμα βγαλμένο απ’τα πιο σκοτεινά υλικά του θανάτου της ψυχής μου. Το σώμα μου, ένα κοχύλι που κάποτε μέσα του πλάγιαζες αργεί τώρα, κάτω από βρώμικα σεντόνια, αποζητώντας τα μέλη του στ’απομεινάρια μιας θυσίας.
Οι μέρες εδώ κυλούν σαν μικρά πεπρωμένα του τίποτα που κατεργάζονται την εκμηδένιση μου, θρυμματίζουν όλα μου τα άστρα και μ’ αποδίδουν ξανά στο κενό διάστημα, στα ερωτηματικά και τους τρόμους.
Στα γράφω όλα αυτά, αυτή τη νύχτα καθώς πίνω το τελευταίο μου ποτό με το Διάβολο και φυσάει μι’ αργόσυρτη βροχή, φορτωμένη μ’αναμνήσεις κι αποχαιρετισμούς και την ανία της ζωής χωρίς εσένα.
Τώρα ξέρεις γιατί δεν απαντώ. Ξέρεις το τίμημα που πληρώνω.
...Στο δρόμο του έρωτα, όπως και στο δρόμο του θανάτου (που είναι δύσκολος κι αυτός), δε θα βρεις - άμα τον αντικρίζεις σοβαρά - κανένα φως, καμιάν απόκριση, ούτε σημάδι, ούτε χαραγμένο δρόμο, για να σε βοηθήσουν.
Και για τα δύο τούτα καθήκοντα, που κρατάμε κρυμμένα μέσα μας και τα παραδίνουμε στους άλλους χωρίς να φωτίσουμε το μυστικό τους, δεν υπάρχουν γενικοί κανόνες.
Όσο όμως πιο πολύ αποζητάμε τη μοναξιά στη ζωή μας, τόσο περισσότερο ζυγώνουμε το μεγάλο νόημα του έρωτα και του θανάτου.
Οι απαιτήσεις που, τραχύς και δύσκολος, ο έρωτας έχει απ' τη ζωή μας σ όλη της την πορεία, είναι πάρα πολύ βαριές, κι εμείς, στα πρώτα μας βήματα, είμαστε πολύ αδύναμοι μπροστά τους.
Αν όμως σταθούμε καρτερικοί και δεχτούμε τον έρωτα αυτόν σαν τραχιά μαθητεία - αντίς να χανόμαστε σ' όλα κείνα τα εύκολα και κούφια παιχνίδια, που επινόησε ο άνθρωπος για να μην αντικρίζει κατάματα τη βαθύτατη σοβαρότητα της ζωής - ίσως τότε, κείνοι που θά 'ρθουν καιρό έπειτ' από μας, να νιώσουν μια κάποια πρόοδο κι ένα ξαλάφρωμα. Και θα' ταν σημαντικό τούτο.
R. Μ. Rilke, Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή (μτφρ. Μάριου Πλωρίτη), σελ. 79 κ.ε.
1983. Στους δρόμους της Αθήνας κυκλοφορούσαν ομάδες νέων με ξυρισμένα κεφάλια και ντυμένοι με πορτοκαλί ριχτά ρούχα, που παρέπεμπαν σε ινδουιστές μοναχούς. Δεν ήταν Ασιάτες, αλλά Έλληνες που είχαν μυηθεί στη φιλοσοφική κίνηση Χάρε Κρίσνα. Οι λάτρεις του Κρίσνα ξεχώριζαν ανάμεσα στους Αθηναίους σαν «τη μύγα μες το γάλα». Όχι μόνο από την εμφάνισή τους, αλλά και από τη φράση Χάρε Κρίσνα που έψαλλαν συνέχεια, είτε στους αυτοσχέδιους ναούς, είτε στον δρόμο. Οι δύο μεγάλες έδρες τους ήταν στην οδό Σόλωνος και στα Κάτω Πατήσια, δίπλα από το γήπεδο του Σπόρτινγκ.
(glimpse into the blissful Spring of 1967, San Francisco) Εκεί, σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εφημερίδας, οι Έλληνες επικεφαλής της ινδουιστικής αίρεσης προσηλύτιζαν νέους, τους έδιναν ναρκωτικά, τους υπνώτιζαν και τους έκαναν πλύση εγκεφάλου. Όπως εκτιμούσαν, από κει πέρασαν περίπου 2 χιλιάδες άτομα. Σύντομα, γονείς νέων που ακολούθησαν τους Χάρε Κρίσνα, προσέφυγαν στη δικαιοσύνη, μηνύοντας τους αρχηγούς της οργάνωσης Κωνσταντίνο Πρίμη, Μιχάλη Γκίτση και Δημήτρη Ορφανό, κυρίως για απαγωγές και προσηλυτισμό. «Εγώ το παιδί μου το έχασα. Έφυγε από το σπίτι χωρίς λόγο και τώρα ούτε που θέλει να με δει. Όμως τον έχουν υπνωτίσει εκεί μέσα. Τα παιδιά τα ποτίζουν με ναρκωτικά, χρησιμοποιώντας περίεργα θυμιάματα. Τώρα προσπαθούν να προσηλυτίσουν και την κόρη μου. Κάντε κάτι για να σωθούν τα παιδιά. Πρόκειται για επικίνδυνη οργάνωση», έλεγε η μητέρα ενός 26χρονου. Ο εισαγγελέας είχε ασκήσει διώξεις εναντίον των Χάρε Κρίσνα για προσηλυτισμό, επικίνδυνες σωματικές κακώσεις κατά συναυτουργία και κατά συρροή και απειλή. Οι καταγγελίες έπεφταν βροχή. «Περίμενα μιάμιση ώρα, ώσπου να τελειώσει κάποια τελετή που έκαναν. Μόλις τελείωσαν, φώναξαν το γιο μου. Τον είδα να φοράει ένα πορτοκαλί ράσο και το κεφάλι του ήταν ξυρισμένο, με μια μόνο τούφα στο πίσω μέρος. Σοκαρίστηκα και του έβαλα τις φωνές. Τότε, οι τρεις Κρίσνα, αφού συνεννοήθηκαν μεταξύ τους, μου επιτέθηκαν και με χτύπησαν. Μετά άρχισαν να μας πετούν κατσαρόλες και δίσκους», ανέφερε στις εφημερίδες η μητέρα ενός άλλου νέου. Σε μια περίπτωση, μάλιστα, προκλήθηκε μεγάλος θόρυβος, καθώς οι Χάρε Κρίσνα είχαν κατηγορηθεί για την απαγωγή μιας 18χρονης. Σύμφωνα με την καταγγελία των γονιών της, όχι μόνο την είχαν προσηλυτίσει, αλλά την είχαν φυγαδεύσει στην Ιταλία, όταν οι πιέσεις της οικογένειας έγιναν πολύ έντονες. Οι εκπρόσωποι των Κρίσνα απέφευγαν τις δηλώσεις στον Τύπο, αλλά εκτός από τους γονείς, δέχονταν και τα πυρά της Εκκλησίας. Όπως έλεγε ο υπεύθυνος της αρχιεπισκοπής για τις αιρέσεις, πάτερ Αντώνιος Αλεβιζόπουλος: «Όλες οι ξενοκίνητες παραθρησκευτικές οργανώσεις είναι πραγματικοί κίνδυνοι για τους δημοκρατικούς θεσμούς. Θέτουν σε κίνδυνο την ίδια την υπόσταση του Έθνους». Οι εφημερίδες ανέφεραν, ότι η οργάνωση δεν μυούσε τυχαία άτομα, αλλά κυρίως όσα προέρχονταν από εύπορες οικογένειες, καθώς ο σκοπός τους ήταν να τους πάρουν τα χρήματα. Δεν δίσταζαν να μυήσουν ακόμη και 7χρονα παιδιά των πιστών τους, όπως διαπίστωνε ρεπόρτερ, που είχε παρακολουθήσει μυστική τελετή σε σπίτι της Βάρης. Τη δεκαετία του ‘80, η αίρεση κατάφερε να εξαπλωθεί στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. «Δεκάδες χιλιάδες νέοι εγκαταλείπουν τα σπίτια τους, αρνούνται τις επίγειες απολαύσεις και αφιερώνονται ψυχή τε και σώματι στην υπηρεσία ενός πολύπειρου γκουρού, που δε διστάζει να τους χρησιμοποιήσει σαν άβουλα πιόνια, για την πραγματοποίηση των σατανικών σχεδίων του», έγραφαν οι εφημερίδες. Η ιστορία με τους Κρίσνα κράτησε μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Σταδιακά, τα γραφεία τους έκλεισαν και οι πιστοί με τα πορτοκαλί ρούχα σταμάτησαν να κυκλοφορούν στους δρόμους, ψέλνοντας 1728 φορές την προσευχή της αίρεσης. Τα ναρκωτικά, όμως, δεν εξαφανίσθηκαν, αντίθετα η ηρωίνη έμπαινε για τα καλά στην ελληνική κοινωνία, καταδικάζοντας χιλιάδες νέους στον θάνατο.
To 1977, κυκλοφόρησε το τραγούδι “Hotel California” του συγκροτήματος Eagles. Είναι ένα από τα πιο γνωστά ροκ κομμάτια στον κόσμο, αλλά όταν βγήκε, είχε προβληματίσει τους ακροατές με τους ασυνήθιστους στίχους του. Υπήρξαν διάφορες εκδοχές για το ποιο είναι το νόημα του τραγουδιού, αλλά η επικρατέστερη ήθελε τους Eagles να έχουν γράψει έναν ύμνο για τον σατανισμό.
Ο Άντον Λαβί. Η θεωρία ξεκίνησε από μια ομάδα Ευαγγελιστών. Είχαν παρατηρήσει τη μυστηριώδη μορφή στο εξώφυλο του δίσκου. Το συγκρότημα βρίσκεται σε ένα ξενοδοχείο πολυτελείας και ποζάρει στον φακό, ενώ τριγύρω τους γίνεται πάρτι. Σε ένα παράθυρο στο βάθος, μπορεί κανείς να διακρίνει μία σκοτεινή μορφή, που κοιτάζει το συγκρότημα. Είπαν, λοιπόν, ότι η σκοτεινή φιγούρα στο παράθυρο ήταν ο Άντον Λαβί, ο συγγραφέας της “Βίβλου του Σατανά”. Ο Λαβί είχε αγοράσει ένα ξενοδοχείο στο Σαν Φρανσίσκο, για να στεγάσει την Εκκλησία του Σατανά, της οποίας ηγούνταν. Στο τραγούδι ακούγεται ο στίχος “Kill the Beast”, δηλαδή “σκοτώστε το θηρίο”. Θεώρησαν ότι όταν οι Eagles έγραφαν για το θηρίο, εννοούσαν τον Σατανά. Το ξενοδοχείο, απ” το οποίο δεν μπορείς να φυγεις ποτέ, όπως λέει ο στίχος “you can check out anytime you like, but you can never leave”, είναι η εκκλησία των Σατανιστών.
Σύμφωνα με τους δημιουργούς, το τραγούδι δεν έχει καμία σχέση με τον Λαβί και τον σατανισμό. Οι στίχοι μιλάνε για ένα ταξιδιώτη, που πάει σε ένα ξενοδοχείο πολυτελείας. Αρχικά φαίνεται παραδεισένιο, αλλά αργότερα αποκαλύπτονται οι άσχημες πτυχές του. Δυστυχώς για τον ταξιδιώτη, από αυτό το ξενοδοχείο και κατά συνέπεια από τον συγκεκριμένο τρόπο ζωής, δεν μπορεί να φύγει ποτέ. Το τραγούδι είναι μία αλληγορία για τον ηδονισμό, την αυτοκαταστροφή και την απληστία στη μουσική βιομηχανία στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Ο Ντον Χένλεϊ, ο τραγουδιστής του συγκροτήματος, είπε ότι είναι η δική τους ερμηνεία για τη “μεγάλη ζωή” στο Λος Άντζελες και ότι είναι “ένα τραγούδι για το σκοτεινό υπογάστριο του αμερικανικού ονείρου και την υπερβολή στην Αμερική”. Ο Ντον Φέλντερ, ο κιθαρίστας των Eagles, περιέγραψε το 2008, πώς εμπνεύστηκαν το τραγούδι: “Ο Ντον Χένλεϊ και ο Γκλεν (Φρέι) έγραψαν τους περισσότερους απ” τους στίχους. Όλοι μας φτάσαμε στο Λος Άντζελες νύχτα, οδηγώντας. Κανείς μας δεν ήταν απ” την Καλιφόρνια και αν οδηγήσεις προς το Λ.Α. τη νύχτα… μπορείς να δεις αυτή τη λάμψη, στον ορίζοντα, απ” τα φώτα και οι εικόνες αρχίζουν να παίζουν στο μυαλό σου και όλα τα όνειρα που έχεις κάνει. Και το τραγούδι είναι γι” αυτό το πράγμα.”...
Oι στίχοι
On a dark desert highway, cool wind in my hair
Warm smell of colitas, rising up through the air
Up ahead in the distance, I saw a shimmering light
My head grew heavy and my sight grew dim
I had to stop for the night.
There she stood in the doorway;
I heard the mission bell
And I was thinking to myself
“This could be heaven or this could be Hell”
Then she lit up a candle and she showed me the way
There were voices down the corridor,
I thought I heard them say
Welcome to the Hotel California
Such a lovely place (such a lovely place)
Such a lovely face.
Plenty of room at the Hotel California
Any time of year (any time of year) you can find it here
Her mind is Tiffany-twisted, she got the Mercedes benz
She got a lot of pretty, pretty boys, that she calls friends
How they dance in the courtyard, sweet
summer sweat Some dance to remember, some dance to forget
So I called up the Captain,
“Please bring me my wine”
He said, “we haven’t had that spirit here since nineteen sixty-nine”...
And still those voices are calling from far away,
Wake you up in the middle of the night
Just to hear them say»
Welcome to the Hotel California
Such a lovely place (such a lovely place)
Such a lovely face.
They livin” it up at the Hotel California
What a nice surprise (what a nice surprise), bring your alibis
Mirrors on the ceiling,
The pink champagne on ice
And she said, “we are all just prisoners here, of our own device”
And in the master’s chambers,
They gathered for the feast
They stab it with their steely knives,
But they just can’t kill the beast
Last thing I remember, I was
Running for the door
I had to find the passage back to the place I was before
“Relax” said the night man,
“We are programmed to receive.
You can check out any time you like, But you can never leave!