Μια ζεστή αφήγηση του παραμυθιού της Βασιλόπιτας.
Μια ιστορία για τον Άγιο Βασίλειο, τη δικαιοσύνη, την καλοσύνη και το θαύμα της προσφοράς. Ιδανικό παραμύθι για μικρούς και μεγάλους, για τις γιορτινές μέρες του χειμώνα και της Πρωτοχρονιάς.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025
Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025
Ο Φτωχός και ο Άγιος Βασίλης.
Ελληνικό παραδοσιακό Χριστουγενιάτικο παραμύθι.
Ένα συγκινητικό ελληνικό παραδοσιακό παραμύθι για την καλοσύνη, τη φτώχεια και τη δύναμη της προσφοράς.
Η ιστορία «Ο Φτωχός και ο Άγιος Βασίλης» μας θυμίζει πως ο αληθινός πλούτος βρίσκεται στην καρδιά.
Ιδανικό για παιδιά και μεγάλους, για αφήγηση πριν τον ύπνο και για χριστουγεννιάτικες στιγμές ζεστασιάς.
Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025
Στο Ισπαχάν
1.7 ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Στο Ισπαχάν
Ο Χαζάν Μαρά διάλεξε με προσοχή τους πιο καλούς
χουρμάδες.
- Μπρε
Χαζάν, του είπε ο έμπορας, το πράμα δεν πουλιέται διαλεγμένο. Εγώ το πήρα όπως
είναι κι έτσι θα το πουλήσω.
- Το
ξέρω Χαζίρ πως το πήρες έτσι, μα ξέρω πως το πλήρωσες τρεις παράδες και πιάνεις
δέκα. Υπάρχουν πολλοί χαζοί στην αγορά, πες τα λοιπόν σ' αυτούς κι όχι σε μένα,
είπε ο Χαζάν κι έβαλε στη ζυγαριά ό,τι είχε διαλέξει.
Ο Χαζίρ μουτρωμένος τα ζύγιασε μουρμουρίζοντας:
- Εσείς
όλο θαρρείτε πως οι έμποροι θησαυρίζουν. Αμ δε, όλο ζημιά έχουμε.
Ο Χαζάν δάγκασε ένα χουρμά.
- Όσο
πιο πολύ κλαίγεται ο έμπορας, τόσο πιο πολλά κερδίζει. Έμαθα πως πήρες κι άλλο
χτήμα.
Ο έμπορας Χαζίρ δεν
απάντησε, μόνο κούνησε το κεφάλι κι είπε:
- Οχτώ παράδες.
Τότε ο Χαζάν άπλωσε το
χέρι να βγάλει τους παράδες, μα είδε κάτι τόσο φοβερό εκείνη τη στιγμή, που το
χέρι του παράλυσε, το μούτρο του έγινε κέρινο, τα μάτια του γούρλωσαν κι έτρεμε
όλος σαν τη φλόγα του λυχναριού στην πνοή του αγέρα.
- Τι
έπαθες; του λέει ο Χαζίρ, ταραγμένος κι αυτός που τον είδε έτσι αλλαγμένο.
Ο Χαζάν πήγε να μιλήσει, μα δεν τα κατάφερε να
βγάλει λέξη σωστή. Ψέλλισε κάτι άναρθρο, πέταξε τους χουρμάδες κι ορμώντας
άρχισε να τρέχει ξαφνικά σαν άλογο που αφήνιασε, πέφτοντας πάνω και σπρώχνοντας
όποιον έβρισκε στο διάβα του. Όλοι τον κοίταζαν χαμένα. Μα αυτός, ούτε έβλεπε,
ούτε ένοιωθε. Όλος ήταν δοσμένος στη φυγή. Και σίγουρα δεν θά'τρεξε άλλος ποτέ
τόσο γρήγορα την απόσταση από την αγορά της Τεχεράνης ως το αρχοντικό του
Τακεσάν.
- Τι
έπαθες μπρε Χαζάν, του φώναξε στην πόρτα ο χοντρός σταυλίτης. Ποιος σε
κυνηγάει;
Μα ο Χαζάν ούτε τον
άκουσε, κίτρινος σαν το φλουρί και πάντα τρέχοντας πήδησε τρία-τρία τα σκαλιά
του αρχοντικού. Ο γραμματικός πήγε να τον σταματήσει, μα δεν πρόλαβε. Ο Χαζάν
έπεσε πάνω στην πόρτα που ήταν το γραφείο του άρχοντα και μπήκε μέσα. Η πόρτα
βρόντηξε με πάταγο. Ξαφνιασμένος γύρισε ο άρχοντας Τακεσάν κι είδε τον
υπηρέτη του.
- Τι έπαθες; τον ρώτησε
αυστηρά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)