Η διδασκαλία
του Αγίου Λουκά της Κριμαίας για τη Θεία Δικαιοσύνη αποτελεί θεμέλιο
λίθο της Ορθόδοξης πίστης: η δικαιοσύνη του Θεού δεν είναι εκδικητική τιμωρία,
αλλά ταυτίζεται με την τέλεια Αγάπη Του.
Δεν λειτουργεί με βάση το άτεγκτο
κοσμικό δίκαιο, αλλά ως έκφραση της άπειρης ευσπλαχνίας Του.
Η ορθόδοξη
προσέγγιση σε αυτό το βαθύ θεολογικό ερώτημα βασίζεται στους εξής άξονες:
Η Δικαιοσύνη ως Ιατρείο: Ο Άγιος Λουκάς, ως
ιατρός στο επάγγελμα, έβλεπε τις δοκιμασίες όχι ως τιμωρία, αλλά ως παιδαγωγικό
και θεραπευτικό μέσο του Θεού. Ο Θεός δεν εκδικείται. Επιτρέπει τις θλίψεις για
να αφυπνίσει συνειδήσεις, να αποτρέψει την αμαρτία και να οδηγήσει τον άνθρωπο
στη μετάνοια.
Η Αγαπητική
Δικαιοσύνη: Σε αντίθεση με την
ανθρώπινη «δικονομία» όπου επιβάλλεται αυστηρή ποινή για κάθε παράπτωμα, η Θεία
Δικαιοσύνη εστιάζει στην πνευματική αποκατάσταση. Είναι απόλυτα εναρμονισμένη
με το «η αγάπη τα πάντα καλύπτει».
Ο Φόβος και η Αγάπη: Ο Άγιος τόνιζε ότι όπου υπάρχει η γνήσια αγάπη του
Χριστού, εκεί εξαφανίζεται ο φόβος. Ο φόβος του Θεού δεν είναι τρόμος τιμωρίας,
αλλά βαθύς σεβασμός μπροστά στο μεγαλείο και τη φιλανθρωπία Του.
Η Απόλυτη Ελευθερία: Ο Θεός σέβεται την ελευθερία μας. Οι συνέπειες των πράξεών μας ή η απουσία
από το Φως Του (που καλείται «κόλαση») είναι αποτέλεσμα της δικής μας
απομάκρυνσης από την αγάπη Του, όχι επιλογή κάποιου Θεού-τιμωριού.
Να ντυθείτε τον καινούργιο άνθρωπο, που ο Θεός
κατά το σχέδιό του τον έχει πλάσει για να ζει με δικαιοσύνη και αγιότητα που
προέρχονται από την αλήθεια.
Επιστολή Απ.
Παύλου προς Εφεσίους 4, 24
Γιατί η ζωή εκείνων που οδηγούνται από το Άγιο
Πνεύμα διακρίνεται για την αγαθότητα, τη δικαιοσύνη και την αλήθεια.
Επιστολή Απ.
Παύλου προς Εφεσίους 5, 9
Σταθείτε, λοιπόν, σε θέση μάχης· ζωστείτε την
αλήθεια σαν ζώνη στη μέση σας· φορέστε σαν θώρακα τη δικαιοσύνη.
Επιστολή Απ.
Παύλου προς Εφεσίους 6, 14
Εμείς όμως, σύμφωνα με την υπόσχεση του Θεού,
προσμένουμε καινούργιους ουρανούς και καινούργια γη, όπου θα βασιλεύει η
δικαιοσύνη.
Β΄ επιστολή
Πέτρου 14, 7
Αν όμως η δική μας αδικία κάνει να φανερωθεί η
δικαιοσύνη του Θεού, τότε τι να πούμε; Μιλώντας με ανθρώπινα κριτήρια, να
ισχυριστούμε πως είναι άδικος ο Θεός όταν τιμωρεί; Όχι βέβαια! Γιατί, πώς
αλλιώς θα κρίνει ο Θεός τον κόσμο;
Επιστολή Απ.
Παύλου προς Ρωμαίους 3, 5
Μην ξεχνάτε πως η βασιλεία του Θεού δεν είναι
φαγητά και ποτά, αλλά δικαιοσύνη, ειρήνη και χαρά, που δίνει το Άγιο Πνεύμα.
Επιστολή Απ.
Παύλου προς Ρωμαίους 14, 17
Μακάριοι είναι εκείνοι που έχουν υποστεί
διωγμό για χάρη της δικαιοσύνης, επειδή σε αυτούς ανήκει η βασιλεία των
ουρανών.
Ευαγγέλιο κατά
Ματθαίον 5, 10
Αν λοιπόν πεινάει ο εχθρός σου, δώσ’ του να
φάει· αν διψάει, δώσ’ του να πιει· μ’ αυτή την τακτική θα τον κάνεις να
αισθανθεί τύψεις και ντροπή. Μην αφήνεις να σε νικήσει το κακό, αλλά να νικάς
το κακό με το αγαθό.
Επιστολή Απ.
Παύλου προς Ρωμαίους 12, 2021
Ο Θεός Δεν Είναι Μόνο Αγάπη — Είναι και Δικαιοσύνη ταυτόχρονα! - Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, τονίζει ότι η αγάπη του Θεού είναι άπειρη, αλλά λειτουργεί σε απόλυτη αρμονία με τη δικαιοσύνη Του.
Άγιος Λουκάς. Η Δικαιοσύνη του Θεού δεν Είναι Αντίθετη με την Αγάπη Του.
Η διδασκαλία του Αγίου Λουκά της Κριμαίας για τη Θεία Δικαιοσύνη αποτελεί θεμέλιο λίθο της Ορθόδοξης πίστης: η δικαιοσύνη του Θεού δεν είναι εκδικητική τιμωρία, αλλά ταυτίζεται με την τέλεια Αγάπη Του.
Δεν λειτουργεί με βάση το άτεγκτο κοσμικό δίκαιο, αλλά ως έκφραση της άπειρης ευσπλαχνίας Του.
Η ορθόδοξη προσέγγιση σε αυτό το βαθύ θεολογικό ερώτημα βασίζεται στους εξής άξονες:
Η Δικαιοσύνη ως Ιατρείο: Ο Άγιος Λουκάς, ως ιατρός στο επάγγελμα, έβλεπε τις δοκιμασίες όχι ως τιμωρία, αλλά ως παιδαγωγικό και θεραπευτικό μέσο του Θεού. Ο Θεός δεν εκδικείται. Επιτρέπει τις θλίψεις για να αφυπνίσει συνειδήσεις, να αποτρέψει την αμαρτία και να οδηγήσει τον άνθρωπο στη μετάνοια.
Η Αγαπητική Δικαιοσύνη: Σε αντίθεση με την ανθρώπινη «δικονομία» όπου επιβάλλεται αυστηρή ποινή για κάθε παράπτωμα, η Θεία Δικαιοσύνη εστιάζει στην πνευματική αποκατάσταση. Είναι απόλυτα εναρμονισμένη με το «η αγάπη τα πάντα καλύπτει».
Ο Φόβος και η Αγάπη: Ο Άγιος τόνιζε ότι όπου υπάρχει η γνήσια αγάπη του Χριστού, εκεί εξαφανίζεται ο φόβος. Ο φόβος του Θεού δεν είναι τρόμος τιμωρίας, αλλά βαθύς σεβασμός μπροστά στο μεγαλείο και τη φιλανθρωπία Του.
Η Απόλυτη Ελευθερία: Ο Θεός σέβεται την ελευθερία μας. Οι συνέπειες των πράξεών μας ή η απουσία από το Φως Του (που καλείται «κόλαση») είναι αποτέλεσμα της δικής μας απομάκρυνσης από την αγάπη Του, όχι επιλογή κάποιου Θεού-τιμωριού.
Δεσποτική εορτή, που αναφέρεται στην ανάβαση του Χριστού στους ουρανούς και θεωρείται στην
εκκλησιαστική παράδοση ως η ολοκλήρωση της αποστολής του Κυρίου επί της Γης. Η
Ανάληψη εορτάζεται από την Εκκλησία την 40η ημέρα από την Ανάσταση του Κυρίου. Την ημέρα αυτή γιορτάζουν
όσες φέρουν το όνομα Ανάληψη.
Το εκκλησιαστικό γεγονός της Αναλήψεως περιγράφεται από τους
ευαγγελιστές Μάρκο (ιστ’,
19), Λουκά ( κδ’, 50-52) και Ιωάννη (στ’, 62 και κ’, 17), στις Πράξεις
των Αποστόλων (α’ 2-9), στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου (Προς Εφεσίους δ’ 8-10,
Προς Εβραίους δ’,14 και ζ’, 26, Α' Προς Τιμόθεον γ’, 16) και στην Α’ Καθολική
Επιστολή του Αποστόλου Πέτρου (γ’
22).
Σύμφωνα με τις ως άνω περιγραφές της Καινής Διαθήκης, η Ανάληψη
έγινε στο Όρος των Ελαιών στην Ιερουσαλήμ μπροστά στους μαθητές του Χριστού, οι
οποίοι παρακολούθησαν με δέος την απομάκρυνση του Διδασκάλου.
Η πατερική
παράδοση τονίζει ιδιαίτερα τον υπερφυσικό χαρακτήρα της Αναλήψεως του Κυρίου,
το όποιο περιλήφθηκε στη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας με τη
χαρακτηριστική αναφορά στο Σύμβολο της Πίστεως («και ανελθόντα εις τους
ουρανούς και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός και πάλιν ερχόμενον μετά
δόξης...»).
Τόσο στις Πράξεις των Αποστόλων, όσο και στο Σύμβολο της Πίστεως
(«Πιστεύω») διακηρύσσεται η σχέση της Αναλήψεως με τη Δευτέρα Παρουσία.
Η Ανάληψη του Χριστού συνεορταζόταν με την Πεντηκοστή, κατά τους πρώτους αιώνες. Από τον 4ο
αιώνα, όμως, άρχισε η προοδευτική διάκριση και ο αυτοτελής εορτασμός της.
Ο Άγιος Νεκτάριος γνώρισε τον πόνο, την αδικία και την μοναξιά όσο λίγοι.
Κι όμως ποτέ δεν έχασε την πίστη και την αγάπη του προς τον Θεό.
Ένα δυνατό μήνυμα του Αγίου Νεκταρίου για την πίστη, την υπομονή και την αγάπη, οι οποίες μπορούν να νικήσουν και τις πιο δύσκολες δοκιμασίες της ζωής.
Συνάντησαν στο δρόμο, ο Ιησούς και οι μαθητές Του, έναν εκ γενετής τυφλό.
Και η πρώτη απορία των μαθητών ήταν “Κύριε, ποιός αμάρτησε, αυτός ή οι γονείς του, για να γεννηθεί τυφλός;”. “Ούτε αυτός, ούτε οι γονείς του”, απαντά ο Χριστός, “αλλά για να φανερωθούν τα έργα του Θεού”.
Και αφού με το σάλιο Του έφτιαξε πηλό, τονίζοντας ότι Αυτός ο ίδιος είναι το φώς του κόσμου, τον έβαλε επάνω στα μάτια του τυφλού και του είπε να πάει να πλυθεί στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ.
Ο Κύριος επαναλαμβάνει μπροστά στα μάτια των μαθητών Του το έργο της Δημιουργίας, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού.
Τόσο μεγάλο είναι το θαύμα, ώστε ακόμα και οι γείτονες του πρώην τυφλού, αδυνατούν να πιστέψουν ότι είναι το ίδιο πρόσωπο. Τον ρωτούν επανειλημμένα να τους εξηγήσει πώς, ενώ δεν είχε μάτια, τώρα έχει και βλέπει.
Κι εκείνος, με απλότητα τους διηγείται το περιστατικό και με πίστη ομολογεί ότι ο Ιησούς, που τον θεράπευσε, είναι Προφήτης, δηλαδή απεσταλμένος του Θεού.
Κι ενώ ο σωματικά τυφλός τώρα βλέπει, οι γραμαμτείς και οι Φαρισαίοι εμμένουν στην πνευματική τους τύφλωση, διώχνοντας από τη συναγωγή όποιον τολμούσε να ομολογήσει τον Χριστό.
Αρνούνται αρχικά το θαύμα, καλούν τους γονείς του τυφλού για να βεβαιωθούν ότι πράγματι γεννήθηκε τυφλός, και τέλος κατηγορούν τον Χριστό ως αμαρτωλό, επειδή έφτιαξε πηλό την ημέρα του Σαββάτου.
Στην τύφλωσή τους και την πόρωση της καρδιάς τους, ο μόνος που τολμά να αντισταθεί και να επιχειρηματολογήσει είναι ο θεραπευθείς τυφλός. “Δεν δέχεστε τον Ιησού ως απεσταλμένο του Θεού”, τους απαντά, “εκείνο όμως που γνωρίζουμε όλοι είναι ότι ο Θεός δεν ακούει τους αμαρτωλούς, αλλά τους θεοσεβείς.
Και από τη στιγμή που πραγματοποίησε ένα τόσο μεγάλο και πρωτάκουστο θαύμα, δεν μπορεί να μην προέρχεται από τον Θεό”.
Η πνευματική όμως τύφλωση, η οποία πάντοτε συνοδεύεται από τον εγωισμό, υπαγορεύει στους φαρισαίους να εκφραστούν υπεροπτικά: “εσύ, που γεννήθηκες μέσα στην αμαρτία, τολμάς να μας διδάσκεις;” και με τα λόγια αυτά τον έδιωξαν από τη συναγωγή.
Όταν άκουσε ο Ιησούς ότι τον έδιωξαν από τη συναγωγή, τον συνάτησε και τον ρωτά: “πιστεύεις στον υιό του Θεού;” -”και ποιός είναι, Κύριε, για να πιστέψω σε αυτόν;”, ρωτά εκείνος.
Και όταν ο Χριστός αποκαλύπτεται πλέον στον πρώην τυφλό, τότε εκείνος αναφωνεί “Πιστεύω, Κύριε” και Τον προσκυνάει.
Η οικογένεια, ο πυρήνας της κοινωνίας, δοκιμάζεται συνεχώς από τις προκλήσεις της καθημερινότητας.
Αλλά τι κρύβεται πίσω από την επιφανειακή αρμονία;
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, με τη σοφία και την ευθύτητα του λόγου του, μας αποκαλύπτει τα βαθύτερα μυστικά για την οικογενειακή ζωή.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος έζησε τον 4ο και 5ο αιώνα μ.Χ., μια εποχή ταραχώδους αλλαγής και πνευματικής αναζήτησης. Γεννημένος στην Αντιόχεια, υπήρξε ένας από τους πιο επιφανείς εκκλησιαστικούς πατέρες και ρήτορες της εποχής του, κερδίζοντας το προσωνύμιο "Χρυσόστομος" για την ρητορική του δεινότητα και τη χρυσή γλώσσα του.
Το έργο του εκτείνεται σε πάμπολλες ομιλίες, επιστολές και συγγράμματα που πραγματεύονται θέματα πίστης, ηθικής και κοινωνικής ζωής, προσφέροντας πολύτιμες γνώσεις για την οικογενειακή αρμονία και τις σχέσεις. Μια από τις πιο σημαντικές πτυχές της διδασκαλίας του Χρυσόστομου είναι η έμφαση που δίνει στην αγάπη και την αμοιβαία υποστήριξη εντός της οικογένειας.
Υποστηρίζει ότι η οικογένεια δεν είναι απλώς μια κοινωνική μονάδα, αλλά ένα πνευματικό σώμα που πρέπει να λειτουργεί με αρμονία και αλληλοσεβασμό. Σύμφωνα με τον Χρυσόστομο, η αγάπη μεταξύ συζύγων δεν πρέπει να βασίζεται μόνο στο πάθος, αλλά και στην αμοιβαία εκτίμηση, την πίστη και την πνευματική ανάπτυξη.
Η συμβολή του στη θεολογία του γάμου και της οικογένειας είναι ανυπολόγιστης αξίας, καθώς προάγει μια ολιστική προσέγγιση στις οικογενειακές σχέσεις.
Ο Χρυσόστομος αναλύει επίσης τον ρόλο των γονέων στην ανατροφή των παιδιών, τονίζοντας την ευθύνη τους να παρέχουν όχι μόνο υλικά αγαθά, αλλά και πνευματική καθοδήγηση και ηθική μόρφωση.
Η διδασκαλία του αυτή αντανακλά την πεποίθησή του ότι η οικογένεια είναι ο πρώτος και πιο σημαντικός θεσμός για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της πίστης των παιδιών.
Μέσα από τις ομιλίες του, ο Χρυσόστομος προτρέπει τους γονείς να είναι πρότυπα ενάρετης ζωής για τα παιδιά τους, υπογραμμίζοντας την επίδραση που έχει η γονεϊκή συμπεριφορά στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και των αξιών των νέων. Επιπλέον, ο Χρυσόστομος θίγει το ζήτημα της σχέσης μεταξύ των μελών της οικογένειας και του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος.
Προτείνει ότι η οικογενειακή αρμονία δεν είναι μόνο ευεργετική για τα ίδια τα μέλη της οικογένειας, αλλά και για την κοινωνία ως σύνολο. Μια αρμονική οικογένεια, σύμφωνα με τον Χρυσόστομο, μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για την ευρύτερη κοινωνία, προάγοντας αξίες όπως η αγάπη, η αλληλεγγύη και η αμοιβαία υποστήριξη.
Φθάνοντας στο αποκορύφωμα της διδασκαλίας του για την οικογένεια, ο Χρυσόστομος μας αποκαλύπτει ότι η οικογενειακή ζωή δεν είναι απλώς μια σειρά από υποχρεώσεις και καθημερινές ρουτίνες, αλλά ένα ταξίδι πνευματικής ανακάλυψης και προσωπικής ανάπτυξης.
Μέσα από την πνευματική καλλιέργεια και την αμοιβαία αγάπη, η οικογένεια μπορεί να μετατραπεί σε έναν ιερό χώρο, όπου τα μέλη της μπορούν να αναπτυχθούν όχι μόνο ως άτομα, αλλά και ως πνευματικές οντότητες.
Η μεγάλη αποκάλυψη βρίσκεται στο ότι η οικογενειακή αρμονία δεν είναι απλώς ένα ιδανικό, αλλά μια εφικτή πραγματικότητα, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέλη της οικογένειας θα υιοθετήσουν τις αρχές της αγάπης, του σεβασμού και της αμοιβαίας υποστήριξης.
Ο Χρυσόστομος μας δείχνει ότι η οικογένεια, όταν λειτουργεί ως ένα συνεκτικό και πνευματικά προσανατολισμένο σύνολο, μπορεί να αποτελέσει μια ισχυρή δύναμη για το καλό, τόσο για τα ίδια τα μέλη της όσο και για την κοινωνία γενικότερα.
Και έτσι, επιστρέφοντας στο αρχικό ερώτημα για το τι κρύβεται πίσω από την επιφανειακή αρμονία της οικογένειας, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας δίνει μια σαφή απάντηση: πίσω από την επιφανειακή αρμονία κρύβεται η δυνατότητα για μια βαθύτερη, πνευματική σύνδεση και μια πραγματικά ενάρετη ζωή, που μπορεί να αποτελέσει τη βάση για μια ισχυρή και αρμονική οικογένεια, ικανή να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της ζωής με σοφία και αγάπη.
Άπειρα πατερικά (και όχι μόνον) βιβλία από το site galilea.gr
ΠΑΤΗΣΤΕ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ:
Ο παρών ιστοχώρος, galilea.gr, είναι έργο εθελοντών και λειτουργεί αφιλοκερδώς και δεν έχει κερδοσκοπικό ή άλλο σκοπό. Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο galilea.gr προσφέρονται προς τους επισκέπτες του αποκλειστικά και μόνο για ενημερωτικούς σκοπούς.
Οι επισκέπτες του galilea.gr, αναλαμβάνουν και την αποκλειστική ευθύνη διασταύρωσης των παρεχομένων πληροφοριών. Κάθε υπόδειξη, τεκμηριωμένη διόρθωση ή έγγραφη συμπαράσταση ή αίτηση απόσυρσης έργων με πνευματικά δικαιώματα είναι ευπρόσδεκτη. Εάν, δίχως την πρόθεσή μας θίγουμε πνευματικά δικαιώματα, παρακαλούμε για την άμεση ενημέρωσή μας στο: info@galilea.gr.
Ο Άγιος Παχώμιος υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες μορφές της
Ορθοδοξίας και θεμελιωτής του κοινοβιακού μοναχισμού.
Μέσα από την προσευχή, την ταπείνωση και την
απόλυτη αφοσίωση στον Θεό, δημιούργησε τις πρώτες οργανωμένες μοναστικές
αδελφότητες, επηρεάζοντας ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο.
Ο Όσιος Παχώμιος ο Μέγας (292-348 μ.Χ.) είναι ο θεμελιωτής του κοινοβιακού μοναχισμού, οργανώνοντας την ασκητική ζωή σε οργανωμένες
κοινότητες (κοινόβια) στην Αίγυπτο, όπου οι μοναχοί μοιράζονταν εργασία,
προσευχή και αγαθά. Η μνήμη του τιμάται στις 15 Μαΐου.
Ανάμεσα στις μεγάλες μορφές του ορθοδόξου μοναχισμού
ξεχωρίζει και ο άγιος Παχώμιος, τον οποίο η Εκκλησία μας τον προσαγόρευσε Μέγα,
τόσο για την προσωπική του ασκητική οσιότητα, όσο και για την συμβολή του στη
διαμόρφωση του κοινοβιακού μοναχικού ιδεώδους.
Γεννήθηκε
το 292 στην περιοχή της Κάτω Θηβαΐδος της Αιγύπτου από ειδωλολάτρες γονείς.
Έζησε στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου (306-337) και σε ηλικία 20 ετών κατετάγη
στον αυτοκρατορικό στρατό και συμμετέσχε στον εμφύλιο πόλεμο εναντίον του
Λικινίου. Για τον Χριστιανισμό άκουσε για πρώτη φορά στο στράτευμα και είδε τη
διαφορετική ζωή και το ήθος των Χριστιανών και εντυπωσιάστηκε. Χριστιανοί
στρατιώτες τον κατήχησαν στη νέα πίστη. Όταν απολύθηκε από τις τάξεις του
στρατού αποφάσισε να πάει στην έρημο, προκειμένου να συναντήσει αγίους γέροντες
για να διδαχτεί περισσότερα για τον Χριστιανισμό και να λάβει το άγιο Βάπτισμα.
Η ζωή των αγίων ασκητών τον ενθουσίασε και αποφάσισε να ακολουθήσει και ο ίδιος
την ασκητική ερημική ζωή. Τέθηκε δε υπό την πνευματική καθοδήγηση του ονομαστού
ασκητή Παλάμονος, του οποίου έγινε ακόλουθος και μιμητής για έξι περίπου
χρόνια.
Περί
το 320 και μετά την κοίμηση του αγίου γέροντος πνευματικού του, αποφάσισε να
εγκατασταθεί σε μια έρημη νησίδα του Νείλου ποταμού, την Ταβέννη, στην Άνω Θηβαΐδα.
Τον ακολούθησε ένας ευλαβής και πιστός μοναχός, ονόματι Ιωάννης, με τη βοήθεια
του οποίου ίδρυσε μια μικρή μονή. Εκεί απομονωμένος από τον κόσμο ο Παχώμιος
αγωνιζόταν για την προσωπική του κάθαρση με προσευχή, νηστεία, αγρυπνία και
αδιάκοπη άσκηση αποκοπής των παθών. Με τον προσωπικό του αγώνα και τη χάρη του
Θεού έγινε θεοφόρο σκεύος αγιότητας. Η φήμη του δεν άργησε να γίνει γνωστή στη
γύρω περιοχή και να προσελκύσει πλήθος ερημιτών, οι οποίοι συνέρρεαν στην
απομονωμένη νησίδα για να πάρουν την ευλογία του και να ζητήσουν τις
πνευματικές του νουθεσίες. Πολλοί από αυτούς δήλωναν ότι ήθελαν να
εγκαταβιώσουν πλησίον του. Έτσι σε σύντομο χρόνο η νησίδα Ταβέννη αριθμούσε
περισσότερος από 14.000 μοναχούς! Αξιώθηκε ο Παχώμιος να είναι ο μεγαλύτερος
οικιστής μοναχών στην ιστορία της Εκκλησίας.
Οι
μοναχοί της Ταβέννης ονομάστηκαν Ταβεννησιώτες και ζούσαν σε μικρά οικήματα ανά
τρεις. Ο συγγραφέας της λεγομένης «Λαυσαϊκής Ιστορίας», που συνέγραψε περί το
420 ο Παλλάδιος, αναφέρει πως ο Παχώμιος βλέποντας αυτόν τον μεγάλο αριθμό των
αναχωρητών, άτακτα ζώντας, χωρίς κανόνες, αποφάσισε να τους συνενώσει σε
κοινόβιο, κάτω από την καθοδήγηση ενός ηγουμένου. Να μένουν σε ενιαίο χώρο, τη
Μονή, να έχουν κοινή προσευχή, κοινό φαγητό, κοινή ενδυμασία, κοινή εργασία,
κοινά έσοδα και έξοδα. Για το λόγο αυτό κατάρτισε κανόνες, οι οποίοι θα
γίνονται αποδεκτοί από τους μοναχούς και θα καθορίζουν τη ζωή τους στο
κοινόβιο.
Οι
πολυάριθμοι μοναχοί Ταβεννησιώτες αποδέχτηκαν τους κανόνες και συνενώθηκαν,
αποτελούντες το πρώτο κοινόβιο μοναστήρι στην ιστορία του χριστιανικού
μοναχισμού. Ο Παχώμιος θεωρείται ο θεμελιωτής του κοινοβιακού μοναχισμού. Η
κύρια ενασχόληση των μοναχών ήταν η κοινή πρωινή και βραδινή προσευχή. Η
εργασία ήταν υποχρεωτική για όσους μπορούσαν να εργάζονται και το κέρδος της
εργασίας έμπαινε σε κοινό ταμείο για την συντήρηση όλων και όσων δε μπορούσαν
να εργαστούν. Ήταν υποχρεωμένοι να φορούν ομοιόμορφη ενδυμασία, η οποία
αποτελούνταν από λινό ποδήρη χιτώνα, ζώνη τρίχινη και κωνοειδές κουκούλιο, το
οποίο έφτανε ως τους ώμους. Υποδήματα σπάνια φορούσαν. Κοινή ήταν επίσης και η
τροφή και τα γεύματά τους αποτελούνταν από φυτικές τροφές, τυρί και νερό. Κατά
την ώρα τους γεύματος επικρατούσε σιγή και οι μοναχοί συνεννοούνταν μεταξύ τους
με νεύματα. Κάλυπταν επίσης τα πρόσωπά τους ώστε να βλέπουν μόνο την τράπεζα
και να μη διασπάται η προσοχή τους με τους άλλους μοναχούς.
Οι
Ταβεννησιώτες μοναχοί κοιμούνταν ελάχιστα και ουδέποτε σε κλίνη, αλλά καθιστοί.
Κάθε Σάββατο και Κυριακή κοινωνούσαν των Αχράντων Μυστηρίων, αφού προηγείτο η
αλληλοσυγχώρηση και ο ασπασμός της αγάπης μεταξύ τους. Ο Παχώμιος όρισε να
είναι χωρισμένοι σε εικοσιτέσσερα τάγματα, καθένα χαρακτηριζόμενο από τα
γράμματα της αλφαβήτου. Σε αυτά κατατάσσονταν ανάλογα με την πνευματική τους
ωριμότητα και την συμπεριφορά τους στο κοινόβιο.
Ο
άγιος Παχώμιος δεν ξεχώριζε τον εαυτό του από τους άλλους μοναχούς, αλλά
συμμετείχε το ίδιο με αυτούς στο κοινόβιο με τους ίδιους κανόνες. Αν και
ηγούμενος, ουδέποτε διαφοροποιήθηκε από τους άλλους μοναχούς στη διακονία. Το
έτος 348 εκδηλώθηκε πανώλη στο κοινόβιο, όπου προσβλήθηκαν πολλοί μοναχοί από
τη νόσο και πέθαναν. Ο άγιος Παχώμιος περιποιούνταν με αυταπάρνηση τους
ασθενείς μοναχούς. Ωστόσο προσβλήθηκε και αυτός από τη νόσο, ασθένησε και
απέθανε. Τον διαδέχτηκε στην ηγουμενία ο όσιος Θεόδωρος ο Ηγιασμένος, μια άλλη
επίσης σημαντική μορφή του μοναχισμού. Η μνήμη του Μεγάλου Παχωμίου τιμάται
στις 15 Μαΐου.
Η
ικανότητα του αγίου Παχωμίου να συνενώσει και να διοικήσει τόσες χιλιάδες
ανθρώπους υπήρξε θαυμαστή και μόνο η δύναμη και η χάρις του Θεού μπορεί να την
εξηγήσει. Η βιογραφία του αναφέρει πως τους κανόνες του κοινοβιακού μοναχισμού
του υπαγόρευσε άγγελος Κυρίου. Ο άγιος Παχώμιος έβαλε όπως είπαμε τα θεμέλια
του κοινοβιακού μοναχισμού, ο οποίος είναι σύμφωνος με την χριστιανική
διδασκαλία. Αποτελεί δε τον πυρήνα της ιδανικής κοινωνικής συμβιώσεως και τον
οδηγό για την ιδανική κοινωνία, η οποία μπορεί να φέρει την πολυπόθητη ειρήνη,
αδελφοσύνη και αγάπη στην ανθρωπότητα. Γι’ αυτό και ο άγιος Παχώμιος
χαρακτηρίζεται μέγας!
Ο Άγιος Πορφύριος μας συμβουλεύει με νόημα: «οι ομορφιές της φύσης είναι
οι μικρές αγάπες που μας οδηγούν στη μεγάλη Αγάπη, τον Χριστό.
Όλα γύρω μας είναι σταλαγματιές της θεϊκής αγάπης και
τα έμψυχα και τα άψυχα και τα φυτά και τα ζώα και τα πουλιά και τα βουνά και η
θάλασσα και το ηλιοβασίλεμα και ο έναστρος ουρανός.
Τα λουλούδια, για παράδειγμα, έχουν τη χάρη τους, μας
διδάσκουν με το άρωμά τους, με το μεγαλείο τους, μας μιλούν για την αγάπη του
Θεού.
Σκορπούν το άρωμά τους, την ομορφιά τους σε αμαρτωλούς
και δικαίους. Να χαίρεστε όσα μας περιβάλλουν.
Όλα μας διδάσκουν και μας οδηγούν στο Θεό. […]
Να εκμεταλλεύεστε τις ωραίες στιγμές στη φύση και τη
ζωή, οι οποίες προδιαθέτουν την ψυχή σε προσευχή, την καθιστούν λεπτή,
ευγενική, ποιητική.
Για να γίνει κάποιος χριστιανός, πρέπει να γίνει
«ποιητής».
«Χοντρές» ψυχές κοντά του ο Χριστός δεν θέλει»!
Ο Άγιος Πορφύριος ήθελε
να έχει ο άνθρωπος την καρδιά και τα μάτια του ανοιχτά και να εμβαθύνει στο
σκοπό της δημιουργίας, γιατί ο σκοπός αυτός δείχνει το μεγαλείο του Θεού και τη
Θεία πρόνοια.
Μας συμβουλεύει να μην είμαστε «χοντροκομμένοι», βυθισμένοι στη
συνήθεια των όσων βλέπουμε γύρω μας, προπερνώντας την ομορφιά γύρω μας, χωρίς
να την εκτιμάμε. Αντίθετα, πρέπει να συναισθανόμαστε την ομορφιά την εξωτερική,
ώστε να γίνει αργότερα και εσωτερική.
Εξάλλου, ο Θεός ἐν σοφίᾳ έφτιαξε τεράστια
ποικιλία απ’ όλα τα φυσικά είδη, ώστε ο άνθρωπος να αντλεί απεριόριστη χαρά και
αγαλλίαση. Να χαίρεται σε ένα όμορφο περιβάλλον που το αναπαύει πνευματικά.
Ο Άγιος
εξηγεί αυτή του τη διδασκαλία με ένα καθημερινό περιστατικό:
«Κάποτε, τότε που
ζούσα στα Καλλίσια, γύριζα στο μοναστήρι μετά από αρρώστια και η κυρά- Μαρία η
τσοπάνισσα ήρθε να με πάρει με το γαϊδουράκι. Στο δρόμο τη ρώτησα: - κυρά-
Μαρία πως πάνε οι ομορφιές στα λιβάδια, τα χρώματα, οι πεταλούδες, τα αρώματα,
τ’ αηδόνια;
- Τίποτα δεν υπάρχει.
- Μάιος μήνας και δεν υπάρχει τίποτα;
- Τίποτα.
Σε λίγο όμως τα
συναντήσαμε όλα αυτά: λουλούδια, ευωδίες, πεταλούδες…
- Κυρά- Μαρία τώρα τι λες;
-Αχ, δεν τα είχα προσέξει…Καθόλου
Προχωρώντας φθάσαμε στα πλατάνια. Εκεί, τ’ αηδόνια χαλούσαν τον κόσμο…
-Κυρά- Μαρία μου
είπες ψέματα…!
-Όχι. Δεν τα είχα προσέξει.
Κι εγώ στην αρχή
ήμουν «χοντρός», δεν καταλάβαινα. Μετά ο Θεός μου έδωσε τη χάρη και τότε όλα
άλλαξαν. Αυτό έγινε, αφού άρχισα την υπακοή.
Η ομορφιά γύρω μας
δείχνει τον Θεό και μας παρακινεί να Του μιλήσουμε, να αρχίσουμε δοξολογία και
προσευχή. Γι’ αυτό ο άγιος παρακινεί τον άνθρωπο να έχει ανοιχτά τα μάτια του,
για να βλέπει και να θαυμάζει το μεγαλείο της φύσης, τα αυτιά του ορθάνοιχτά
για να ενωτίζεται τις μελωδίες, το τιτίβισμα των χαρούμενων και αμέριμνων
πουλιών -που δεν σπέρνουν, ούτε θερίζουν-, και την καρδιά του ποιητική-
αισθαντική, ώστε να νιώθει και να ενστερνίζεται τα Θεία μηνύματα.
Βλέποντας την
ομορφιά της φύσης, καταλαβαίνει την γενναιοδωρία του Πλαστουργού, θαυμάζει την
τελειότητα των δημιουργημάτων του Θεού, σέβεται τα υλικά αγαθά και δεν τα
σπαταλά.
Συγκινείται από την απλότητα της φύσης, η οποία όμως αν εξεταστεί υπό
το πρίσμα της επιστήμης φανερώνει την συνθετότητα και την απόλυτη ακρίβεια των
επιστημονικών νόμων που διέπουν ολόκληρο το σύμπαν.
«Ξυπνήστε το πρωί να
δείτε τον βασιλιά ήλιο να βγαίνει ολόκληρος από το πέλαγος. Όταν σας
ενθουσιάζει ένα ωραίο τοπίο, να μη μένετε εκεί, να πηγαίνετε πέραν αυτού, να
προχωρείτε σε δοξολογία για όλα τα ωραία για να ζείτε τον μόνο Ωραίο, ‘‘Τον
ωραίο κάλλει παρά πάντας βροτούς”.
Όλα στη φύση γίνονται έναυσμα ευχαριστίας και
δεήσεως στον Κύριο του παντός. Να παρατηρείτε όσα έφτιαξε ο Δημιουργός.
Να ρωτάτε, να
ολοκληρώνετε τις γνώσεις σας για το καθετί, να μη στέκεστε αδιάφοροι. Αυτό σας
βοηθάει σε βαθύτερη μελέτη των θαυμασίων του Θεού. Θυμάμαι τα απολιθωμένα
δέντρα στη Μυτιλήνη. Υπάρχουν από δεκαπέντε εκατομμύρια χρόνια. με εντυπωσίασαν
τόσο πολύ. και αυτό είναι προσευχή! Να βλέπεις τα απολιθώματα και να δοξάζεις
τα μεγαλεία του Θεού», τόνιζε ο Άγιος.
Αν ευχαριστούμε και
δοξολογούμε τον Θεό για όσα όμορφα βλέπουμε καθημερινά γύρω μας, τότε θα
μάθουμε να ευχαριστούμε και να ευγνωμονούμε και για τα ουσιωδέστερα,
υπέρ πάντων των υπέρ ημών γεγενημένων, του Σταυρού, του Τάφου, της
τριημέρου Αναστάσεως, της εις ουρανούς αναβάσεως, της εκ δεξιών καθέδρας, της
Δευτέρας και ενδόξου πάλιν Παρουσίας.
Απόσπασμα από το βιβλίο: Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου «Βίος και Λόγοι», Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής-Χρυσοπηγής, Β’ Έκδοση Απρίλιος 2003
[…] Λένε ότι η επιστήμη τα καταφέρνει όλα, ότι δεν υπάρχει στην φύση μυστικό που η επιστήμη δεν μπορεί να ανακαλύψει. Εμείς τι μπορούμε να απαντήσουμε σ’ αυτά;
Θα τους απαντήσουμε το εξής: Έχετε απόλυτο δίκαιο. Δεν μπορούμε να περιορίσουμε την ανθρώπινη διάνοια που ερευνά την φύση.
Ξέρουμε ότι σήμερα η επιστήμη γνωρίζει μόνον ένα μέρος απ’ αυτά που θα έπρεπε εμείς να ξέρουμε για την φύση. Γνωρίζουμε επίσης ότι οι δυνατότητες της
επιστήμης είναι μεγάλες. Σ’ αυτό έχουν δίκαιο και δεν το αμφισβητούμε. Τι λοιπόν αμφισβητούμε εμείς;
Γιατί δεν αρνούμαστε την θρησκεία όπως το κάνουν αυτοί και δεν την θεωρούμε αντίθετη προς την επιστημονική γνώση;
Μόνο γιατί … είμαστε σίγουροι πως εκτός από τον υλικό κόσμο υπάρχει άπειρος
και ασύγκριτα υψηλότερος πνευματικός κόσμος… και πάνω απ’ αυτόν υπάρχει Μέγας και Παντοδύναμος Θεός.
Αυτό που εμείς αμφισβητούμε είναι το δικαίωμα της επιστήμης να ερευνά με τις
μεθόδους της τον πνευματικό κόσμο. Διότι ο πνευματικός κόσμος δεν ερευνάται με τις μεθόδους που ερευνούμε τον υλικό κόσμο. Οι μέθοδοι αυτές είναι εντελώς ακατάλληλες για να ερευνούμε μ’ αυτές τον πνευματικό κόσμο.
«Από πού γνωρίζουμε ότι υπάρχει ο πνευματικός κόσμος; Ποιος μας είπε ότι υπάρχει;»
Αν μας το ρωτήσουν… θα τους απαντήσουμε το εξής: «μας το είπε η καρδιά μας». Διότι υπάρχουν δύο τρόποι για να γνωρίσει κανείς κάτι. Ο πρώτος είναι αυτός … τον οποίο χρησιμοποιεί η επιστήμη για να γνωρίσει τον υλικό κόσμο.
Υπάρχει όμως και ένας άλλος τρόπος, που η επιστήμη δεν τον ξέρει και δεν θέλει να
τον ξέρει. Είναι η γνώση μέσω καρδιάς. Η καρδιά μας δεν είναι μόνο το κεντρικό όργανο του κυκλοφοριακού συστήματος, είναι και όργανο με το οποίο γνωρίζουμε τον άλλο κόσμο και αποκτάμε την ανώτατη γνώση. Είναι το όργανο που μας δίνει την δυνατότητα να επικοινωνούμε με τον Θεό και τον άνω κόσμο.
Σ’ αυτό μόνο εμείς διαφωνούμε με την επιστήμη. Εκτιμώντας τις μεγάλες επιτυχίες και τα κατορθώματα της επιστήμης, καθόλου δεν αμφισβητούμε την μεγάλη της σημασία και δεν περιορίζουμε την επιστημονική γνώση.
Εμείς, λέμε μόνο στους επιστήμονες: «δεν έχετε εσείς την δυνατότητα με τις μεθόδους σας να ερευνάτε τον πνευματικό κόσμο, εμείς όμως μπορούμε να το κάνουμε με την καρδιά μας».
Ένας μουσουλμάνος αξιωματούχος της Κωνσταντινούπολης αρχίζει να αισθάνεται μια ανεξήγητη ευωδία από το στόμα μιας Χριστιανής σκλάβας…
Η αναζήτηση της αλήθειας θα τον οδηγήσει κρυφά μέσα στη Θεία Λειτουργία… εκεί όπου θα δει κάτι που θα αλλάξει για πάντα τη ζωή του.
Φως.Θαύματα.Αντίδωρο.Αγιασμός.Και μια συγκλονιστική μεταστροφή που κατέληξε σε μαρτύριο για τον Χριστό.
Η ιστορία του Αγίου Αχμέτ είναι μία από τις πιο δυνατές μαρτυρίες πίστης μέσα στα χρόνια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Η μνήμη των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, των φωτιστών των Σλάβων και δημιουργών του κυριλλικού αλφαβήτου, τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία κάθε χρόνο στις 11 Μαΐου.
Είναι ισαπόστολοι άγιοι, αδέλφια από τη Θεσσαλονίκη που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στον εκχριστιανισμό των Σλάβων τον 9ο αιώνα.
Η Οσία Σοφία της Κλεισούρας: Η Αγία που Ζούσε με την Παναγία 6 Μαΐου
Πατήστε πάνω στην εικόνα:
Η Οσία Σοφία Χοτοκουρίδου, το γένος Αμανατίου Σαουλίδου, γεννήθηκε το 1883 μ.Χ. στο χωριό Σαρή-ποπά (ή Σαρή-παπά) της επαρχίας Αρδάσης Τριπόλεως, Νόμου Τραπεζούντας του Πόντου. Το 1907 μ.Χ. παντρεύεται με τον Ιορδάνη Χοτοκουρίδη στο χωριό Το(γ)ρούλ της επαρχίας Αρδάσης και μετά από τρία χρόνια, το 1910 μ.Χ., απέκτησε ένα παιδί. Έπειτα από δύο χρόνια, χάνει το παιδί της το οποίο βρίσκει τραγικό θάνατο, αφού φαγώθηκε από χοίρους, ενώ δυο χρόνια μετά, το 1914 μ.Χ. χάνει και τον άντρα της τον οποίο τον πήραν οι Τούρκοι στα τάγματα εργασίας, όπου και μάλλον απεβίωσε.
Η νεαρή χήρα κατέφυγε στα βουνά, όπου ζούσε ασκητικά, με μεγάλη νηστεία. Εκεί της εμφανίστηκε ο Άγιος Γεώργιος και την προειδοποίησε για επικείμενη επιδρομή των Τσετών. Η Σοφία ενημέρωσε τους συγχωριανούς της, που κρύφτηκαν και απέφυγαν τον κίνδυνο.
Στην ανταλλαγή των πληθυσμών το καράβι που μετέφερε τους συγχωριανούς της Σοφίας στην Ελλάδα κινδύνεψε να καταποντιστεί. Αυτή έβλεπε τα κύματα γεμάτα από Αγγέλους και την Παναγία. Ζήτησε απ᾿ αυτήν να πνιγεί η ίδια και να σωθούν οι συγχωριανοί της. Η Παναγία τους έσωσε όλους. Ο καπετάνιος δεν το πίστευε πώς σώθηκαν κι έλεγε: «Κάποιον άγιο έχουμε» και οι χωριανοί του απάντησαν: «Τη Σοφία».
Οσία Σοφία της
Κλεισούρας: Ολόκληρος ο βίος της έτσι όπως δεν τον έχεις ξανακούσει ποτέ..
Το 1927 μ.Χ. με παρότρυνση της Παναγίας πηγαίνει στο μοναστήρι της στην Κλεισούρα της Καστοριάς, στην Ιερά Μονή του Γενεθλίου της Υπεραγίας Θεοτόκου, όπου έζησε ασκητικά για μισό περίπου αιώνα. Εκεί βρήκε έναν ενάρετο ιερομόναχο, τον π. Γρηγόριο, που είχε έλθει από το Άγιο Όρος, ο οποίος την κατάρτισε στη μοναχική ζωή. Έζησε ασκητικά ως λαϊκή, φορώντας τα μαύρα της χηρείας και της ασκήσεως, καθισμένη πάνω στο τζάκι και αλείφοντας το πρόσωπό της με στάχτη, για να μη φαίνεται η ομορφιά του.
Τα περισσότερα χρόνια τα πέρασε μόνη της, με μόνο τον Θεό, μια και το μοναστήρι έμεινε χωρίς μοναχούς. Υπέμεινε τους δριμείς χειμώνες, με τη θερμοκρασία να πέφτει στους -15 βαθμούς, και την πολλή υγρασία του τόπου. Όταν της έλεγαν ν’ ανάψει φωτιά, φώναζε ένα μακρόσυρτο «Όχι!», που ακόμα ηχεί στα αυτιά όσων την άκουσαν. Κυκλοφορούσε ξυπόλητη, ενώ τα ρούχα της ήταν πάντα κουρελιασμένα και ανεπαρκή για τις συνθήκες της περιοχής. Της έδιναν καινούργια. Δεν τα φορούσε, αλλά τα πρόσφερε σε όσους είχαν ανάγκη. Κοιμόταν και σ’ έναν άλλο χώρο, πάνω σε άχυρα, αλλά από κάτω είχε βάλει σουβλερές πέτρες. Δεν λουζόταν ποτέ ούτε χτενιζόταν, και τα μαλλιά της είχαν σκληρύνει πολύ. Όταν κάποτε χρειάστηκε να τα σηκώσει από τα μάτια της, για να βλέπει καλύτερα, αναγκάστηκε να τα κόψει με το ψαλίδι που κούρευαν τα πρόβατα. Παρ’ όλα αυτά όμως, το κεφάλι της ευωδίαζε.
Το φαγητό της ήταν λιτότατο, συνήθως με ό, τι έβρισκε στην περιοχή: μανιτάρια, μούσκλια, αγριόχορτα, φτέρη, φύλλα των δέντρων, ή με λίγη ντομάτα τουρσί, μουχλιασμένη. Τα σαββατοκύριακα έβαζε και μια κουταλιά λάδι στο πιάτο της. Άλλες φορές άνοιγε καμιά κονσέρβα ψάρι και το έτρωγε όταν είχε πιάσει ένα δάχτυλο μούχλα. Έτρωγε και σε παλιά σκουριασμένα ορειχάλκινα σκεύη, αλλά δεν πάθαινε τίποτα. Νήστευε και με το παλαιό και με το νέο ημερολόγιο, για να μη σκανδαλίζει κανέναν και όταν κάποιοι διαμαρτύρονταν για τις «υπερβολές» της, τους απαντούσε: «Παιδεύω το σαρκίο μου».
Κι όμως, αυτή η αυστηρή με τον εαυτό της ασκήτρια ήταν πολύ γλυκιά και επιεικής με τους άλλους. Δεν κρατούσε δραχμή από τα χρήματα που της έδιναν, αλλά τα έκρυβε για να τα δώσει στους αναγκεμένους όταν θα ερχόταν η ώρα. Τα τότε κοριτσάκια, σημερινές γερόντισσες της Κλεισούρας, που μιλούσαν ελληνικά και βλάχικα, αγαπούσαν τη συντροφιά της, έστω κι αν δεν καταλάβαιναν τα ποντιακά της. Νουθετούσε τις άγαμες κοπέλες που τύχαινε να παραστρατήσουν, φρόντιζε να παντρευτούν, τις προίκιζε από τα χρήματα που της έδιναν και ανέθετε στην Παναγία την προστασία τους. «Η Παναΐα κι θα χαντ᾿ σας» (δεν θα σας χάσει η Παναγία), τους έλεγε.
Ποτέ δεν πλήγωσε ή στενοχώρησε κανένα. Αν καταλάβαινε ότι κάποιος είχε προβλήματα μέσα του, περνούσε από δίπλα του, του έλεγε ένα δυο λόγια, χωρίς να την αντιληφθούν οι άλλοι, απομακρυνόταν, κι εκείνος την ακολουθούσε. Τον παρηγορούσε, τον συμβούλευε, τον ενίσχυε με τη χάρη του Θεού, κι αυτός έφευγε άλλος άνθρωπος. Έλεγε πολλές φορές: «Αυτοί ήρθαν μαύροι στην Παναγία και φεύγουν άσπροι». Γνώριζε πολλά σκάνδαλα από ιερείς, μοναχούς, λαϊκούς... Δεν κατηγορούσε ποτέ κανέναν, αλλά έλεγε: «Να σκεπάζετε, να σας σκεπάζει ο Θεός».
Αγαπούσε και τα ζώα. Είχε μια αρκούδα, που ζούσε στο δάσος και την έλεγε «ρούσα». Ερχόταν κι έπαιρνε τροφή από τα χέρια της, της έγλειφε τα χέρια και τα πόδια από ευγνωμοσύνη κι επέστρεφε στο δάσος. Έβαζε ψίχουλα στα περβάζια των παραθύρων για τα πουλάκια, κι αυτά, όταν η αγία προσευχόταν, φτερούγιζαν γύρω της και κελαηδούσαν. Σαν να ζούσε στον Παράδεισο, πριν από την πτώση.
Είχε κοινωνία με την Παναγία και τους Αγίους. Το 1967 μ.Χ., αρρώστησε βαριά, από σκωληκοειδίτιδα ή κήλη, ώστε να διπλωθεί στα δύο από τον πόνο. Δεν δέχτηκε γιατρό αλλά έλεγε: «Θα ‘ρθει η Παναγία να με πάρει από τον πόνο». Έβαζε στουπιά η φυτίλια από τις κανδήλες, ώσπου σάπισε η πληγή κι έβγαζε κακοσμία. Τότε της εμφανίστηκε η Παναγία με τον αρχάγγελο Γαβριήλ και τον Άγιο Γεώργιο. Της είπε ο αρχάγγελος: «Θα σε κόψουμε τώρα». Αυτή απάντησε: «Είμαι αμαρτωλή, να εξομολογηθώ, να κοινωνήσω, και να με κόψεις». Μια «εγχείρηση θα σου κάνουμε», της απαντά. Έγινε η επέμβαση, η Σοφία έγινε καλά και συχνά σήκωνε χωρίς ντροπή την μπλούζα ή το φόρεμά της, για να δείξει στον κόσμο την τομή που έκλεισε μόνη της.
Η Οσία Σοφία, η «ἀσκήτισσα τῆς Παναγιᾶς» όπως αποκαλείται, εκοιμήθη εν Κυρίω στις 6 Μαΐου 1974 μ.Χ. Στις 7 Ιουλίου 1981 μ.Χ. γίνεται η πρώτη ανακομιδή των λειψάνων της, τα οποία ευωδιάζουν. Στις 27 Μαΐου 1998 μ.Χ. γίνεται η δεύερη ανακομιδή των λειψάνων της τα οποία μεταφέρονται στο μοναστήρι από το Σεβ. Μητροπολίτη Καστορίας κ.κ. Σεραφείμ.
Η Μεγάλη Εκκλησία την ενέταξε το 2011 μ.Χ. στις αγιολογικές δέλτους της και την 1η Ιουλίου 2012 μ.Χ., έγινε η επίσημη ανακήρυξή της από τον Οικουμενικό Πατριάρχη στην Καστοριά.
Τόσο την Ακολουθία του Εσπερινού και του Όρθρου όσο και τον Παρακλητικό κανόνα και τα Εγκώμια προς την Οσία, έγραψε ο Μέγας Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας, χαρισματούχος Δρ Χαράλαμπος Μπούσιας.