Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου ζωντανεύει μέσα από εικόνες σε βυζαντινό ύφος.
Από την προσευχή του Ιωακείμ και της Άννας μέχρι τη θεία επίσκεψη του Αρχαγγέλου Γαβριήλ , την ταπεινή αποδοχή της Παναγίας και το θαύμα της ενανθρωπήσεως.
Σε όλα αυτά η Εκκλησία έχει τον όσο ποτέ
επίκαιρο λόγο της.
Με πολλή χαρά για τις «επιτυχίες» βλέπει την
ανθρωπότητα να προοδεύει.
Με αρκετή όμως απορία και έκπληξη τη βλέπει
να… μην βλέπει.
Αλλά και με πολλή συμπάθεια την αντικρύζει να
οδηγείται προς τον Θεό από την απόρριψή Του, να Τον αποδεικνύει με την
αμφισβήτησή Του.
Συχνά τα κοινωνικά αδιέξοδα αποδεικνύονται
μονόδρομοι στη συνάντηση του Θεού. «Τα οφέλη για την
ανθρωπότητα είναι τέτοια που ξεπερνούν όποιους ηθικούς ενδοιασμούς» δήλωσε ο πρόσεδρος της Επιτροπής Υγείας της Μεγάλης
Βρετανίας, Liam Donaldson, με την ευκαιρία της πρόσφατης απόφασης της Βρετανικής Κυβέρνησης
να επιτρέψει τα πειράματα επί ανθρώπινων κυττάρων που προέρχονται από κλωνοποίηση τύπου Dolly.
Η άποψη αυτή εκφράζει με σαφήνεια τη σύγχρονη κοσμική
αντίληψη. Οι ηθικές αξίες έπαψαν να έχουν… αξία. Αξία έχουν μόνον τα λεγόμενα οφέλη.
Αντίθετα, για την Εκκλησία, οι ηθικές αξίες
είναι τέτοιες που οι αναστολές τις οποίες ενίοτε δημιουργούν, ξεπερνούν κάθε
τέτοιο «όφελος» για την ανθρωπότητα.
Για την Εκκλησία ο σεβασμός στη δημιουργία
είναι σεβασμός στο όνομα του Τριαδικού Θεού∙ η επικοινωνία του ανθρώπου με την
κτίση ως κατασκεύασμα του Θεού είναι ατραπός θεογνωσίας.
Οι αξίες
ως αιώνιες είναι ανώτερες από τους όποιους ανθρώπινους νόμους∙ οι σχέσεις
κοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων αποτελούν έκφραση και αντανάκλαση
της μεθεκτικής σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό∙ το αυτεξούσιο, η ελεύθερη βούληση.
Ο
αρμονικός σύνδεσμος ψυχής και σώματος και η μοναδικότητα
και ιδιαιτερότητα των προσώπων συνθέτουν τον
κύριο άξονα της σωτηρίας και την πολυτιμότερη περιουσία του ανθρώπου, η δε αιώνια προοπτική
και η αίσθηση της ανάγκης του Θεού συναπαρτίζουν τα μέσα με τα οποία μπορεί να
ξεπεράσει τα δεσμά του θανάτου και τους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης του.
Χωρίς
όλα αυτά ο άνθρωπος μπορεί μεν να παρατείνει τη διάρκεια της ζωής του, μπορεί να μεταβάλλει τη μορφή της,
δεν μπορεί όμως να έχει αίσθηση της ζωής ούτε βίωση της ανθρώπινης φύσης του.
Όλα αυτά τα εξασθενίζει η σύγχρονη βιοϊατρική
πρόοδος.
Σκοπός
και στόχος της Εκκλησίας δεν είναι η ανατροπή ή έστω παρεμπόδιση της εξέλιξης,
αλλά η διαρκής υπόμνηση των αιωνίων αρχών και αξιών, που μεταμορφώνουν τον
άνθρωπο από βιολογικό πειραματιστήριο σε εικόνα του Θεού.
Νικόλαος
Χατζηνικολάου, μητρ. Μεσογαίας, Ελεύθεροι από το γονιδίωμα: Προσεγγίσεις Ορθόδοξης Βιοηθικής
Στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Δ΄ Κυριακής των Νηστειών (Κατά Μάρκον θ΄ 17-31), ένας πατέρας στέκεται μπροστά στον Χριστό με πόνο, δάκρυα και αλήθεια και φωνάζει:
«Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ».
Αυτή η φράση δεν είναι μόνο μια κραυγή ενός ανθρώπου της εποχής εκείνης. Είναι η φωνή της δικής μας καρδιάς όταν κουραζόμαστε, όταν φοβόμαστε, όταν προσευχόμαστε και δεν βλέπουμε αμέσως απάντηση, όταν η πίστη μας παλεύει με τη θλίψη, την ανασφάλεια και το σκοτάδι.
Σε αυτό το βίντεο μπαίνουμε στο βαθύτερο νόημα του Ευαγγελίου:
τι σημαίνει να πιστεύεις ενώ πονάς,
τι σημαίνει να ζητάς βοήθεια με ταπείνωση,
γιατί ο Χριστός δεν απορρίπτει την αδύναμη πίστη,
και γιατί υπάρχουν αγώνες που νικιούνται μόνο με προσευχή και νηστεία.
Ένα μήνυμα ελπίδας, δύναμης και πνευματικής αφύπνισης για κάθε άνθρωπο που περνά δοκιμασία και αναζητά φως.
Περνώντας
από μορφή ζωής σε μορφή ζωής (οι μορφές είναι 6: άνθρωπος, ζώο, θεότητα,
πεινασμένα όντα, κολασμένα όντα, επιθετικά όντα) τα όντα μετενσαρκώνονται
συνεχώς.
Όλες αυτές
οι μορφές χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη του πόνου.
Οι
μετενσαρκώσεις διαιωνίζουν τον πόνο.
Άρα, για να
διακοπεί ο πόνος, πρέπει να διακοπούν οι μετενσαρκώσεις.
Την
ενέργεια για την επόμενη μετενσάρκωση παράγει το
κάρμα, δηλαδή ο νόμος σύμφωνα με τον οποίο ένα ον μετενσαρκώνεται σε μορφή ζωής
ανάλογη με τις πράξεις της προηγούμενης.
Συνεπώς,
για να διακοπούν οι μετενσαρκώσεις, πρέπει να σταματήσει η παραγωγή του κάρμα.
Το κάρμα
παράγεται επειδή ο άνθρωπος πράττει κατεχόμενος
από το αίσθημα της πολύμορφης επιθυμίας – ή του αντιθέτου της, του πολύμορφου
μίσους.
Ο άνθρωπος
επιθυμεί ή μισεί, διότι νομίζει ότι τα όντα είναι αληθινά ή «πραγματικά». Με
αυτή τη λέξη
εννοεί κυρίως αμετάβλητα.
Όμως, αυτά μεταβάλλονται συνεχώς και συνεπώς
φθείρονται και τελικά εξαφανίζονται ή πεθαίνουν.
Αυτή η
συνεχής μεταβολή των όντων είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της φύσης των όντων
(δηλ. της
αληθινής πραγματικότητας).
Εφόσον
αποτελούνται (όχι απλώς έχουν) από αυτή τη ροή, τα όντα είναι όλα όχι
αμετάβλητες ουσίες, αλλά «ροές», διαδικασίες.
Άλλα δύο
τέτοια χαρακτηριστικά υπάρχουν στα όντα:
η συνθετότητα (όλα τα όντα είναι σύνθετα ή αποτελούν συνθέσεις και, μόλις τα
στοιχεία που τα
αποτελούν διαλυθούν ή συνδυαστούν διαφορετικά, εξαφανίζονται).
Τέλος, όλα τα όντα είναι προϊόντα προηγούμενων
αιτίων και συνθηκών.
Δεν θα
υπήρχαν (ή παύουν να υπάρχουν), εάν δεν
υπήρχαν αυτές οι αιτίες. Τα τρία αυτά μαζί, που αποτελούν την αληθινή
πραγματικότητα, λέγονται «μη
ουσιαστικότητα» (ανάττα ή ανάτμαν).
Ο άνθρωπος
τελεί σε άγνοια αυτής και έτσι επιθυμεί, πράττει
φορτισμένος με επιθυμία, αυτό παράγει κάρμα, το κάρμα οδηγεί σε μετενσαρκώσεις,
και αυτές στη
διαιώνιση του πόνου.
Αυτή η
αλυσίδα και η αντιστροφή της, προκειμένου να διακοπεί ο κύκλος των
μετενσαρκώσεων, ονομάζεται «εξαρτημένη παραγωγή» - παραγωγή των μετενσαρκώσεων, η οποία
εξαρτάται από αυτή τη σειρά αιτίων και αποτελεσμάτων, με τελικό αποτέλεσμα την
ίδια.
Η διακοπή
των μετενσαρκώσεων είναι η νιρβάνα στην κυριότερη σημασία του όρου.
Ο όρος νιρβάνα έχει άλλες δύο έννοιες: διακοπή
της επιθυμίας, του μίσους και της άγνοιας (προσωρινή νιρβάνα), καθώς και,
αργότερα, μια υπερβατική πραγματικότητα, στην οποία πηγαίνει κανείς μετά τη
διακοπή.
Αυτό
σημαίνει ότι ο Θεός είναι άγνωστος στην ουσία του και γνωστός με τις ενέργειές
του προς τον κόσμο.
Δεν έχουμε
τη δυνατότητα να προσδιορίσουμε την αυθύπαρκτη ουσία του Θεού, η οποία είναι
απρόσιτη και αμέθεκτη.
Το
μυστήριο της ύπαρξης και της ουσίας του Θεού παραμένει απρόσιτο και
ακατάληπτο και η γνώση του είναι αδύνατη. Ο πεπερασμένος ανθρώπινος νους
αδυνατεί να συλλάβει την έννοια
της ουσίας του Θεού, η οποία είναι άκτιστη, άπειρη, τέλεια και γνωστή μόνο στον ίδιο το
Θεό: «ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν, φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον, ὅν εἶδεν οὐδείς ἀνθρώπων οὐδέ
ἰδεῖν δύναται»
(Α΄ Τιμ. 6, 16) και «τά τοῦ Θεοῦ οὐδείς οἶδεν εἰ μή τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ» (Α΄
Κορ. 2, 11).
Είναι δυνατό
να χωρέσει μέσα σ’ ένα ποτήρι ολόκληρος ωκεανός; Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός
τονίζει επιγραμματικά:
«Ἄπειρον τό θεῖον καί ἀκατάληπτον καί τοῦτο μόνον αὐτοῦ καταληπτόν ἡ ἀπειρία καιἀκαταληψία» (Έκδοσις Ορθοδόξου πίστεως 1,
4)2.
Ενέργειες
είναι οι θεϊκές δυνάμεις που εκδηλώνονται στις σχέσεις του Θεού με τον άνθρωπο
και τον κόσμο.
Είναι μεν
άκτιστες, όπως η ουσία Του, αλλά διαχέονται μέσα στη δημιουργία.
Όλα τα
όντα μετέχουν στην ουσιοποιό ενέργειά Του (δημιουργική ενέργεια, που δίνει την
ύπαρξη στα όντα), ενώ τα λογικά όντα (άγγελοι άνθρωποι) μετέχουν και στη
λογοποιό ενέργειά Του (ενέργεια που προικίζει τα όντα με λογική).
Υπάρχουν
συγκεκριμένες ενέργειες του Τριαδικού Θεού που φανερώνουν την παρουσία Του μέσα
στην ιστορία του κόσμου και της ανθρωπότητας και την αγάπη Του προς τη
δημιουργία Του, καθώς
επιγραμματικά τονίζει ο Απ. Παύλος: «οὐκ ἀμάρτυρον ἑαυτόν ἀφῆκεν ἀγαθοποιῶν» (Αλλά δεν
άφησε αφανέρωτο τον εαυτό του∙ γιατί τότε εκδηλωνόταν ευεργετώντας) (Πρ. 14,
17).
Σύμφωνα με
τη διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας μπορούμε να γνωρίσουμε «τα περί τον Θεόν».
Όταν ο άνθρωπος θέλει και επιθυμεί, μπορεί να αποκτήσει μερική γνώση του Θεού.
Αυτή επιτυγχάνεται εν μέρει με τη φυσική αποκάλυψη και
στην πληρότητά της με την υπερφυσική αποκάλυψη «ἐν Χριστῷ».
Η ουσία λοιπόν
του Θεού είναι απρόσιτη και ακατάληπτη, αλλά οι ενέργειές Του είναι μεθεκτές
(μπορεί ο άνθρωπος να μετάσχει σ’ αυτές) με βάση το λογικό και με προϋπόθεση
την πίστη. Η
αγιότητα και η θέωση είναι ο ανώτατος βαθμός μέθεξης στις ενέργειες του Θεού.
«Όταν ειπώ σε
κάποιον: παρακάλεσε τον Θεό, ζήτησέ Του ό,τι θέλεις, ικέτευσέ Τον, απαντά:
παρακάλεσα μία φορά, δύο φορές, τρεις, δέκα, είκοσι φορές κι ακόμη δεν έλαβα
τίποτε.
Να μη
σταματήσεις την προσευχή, αδερφέ μου, ώσπου να λάβεις∙ δηλαδή η παράκληση στον
Θεό για βοήθεια τελειώνει, όταν σου
δοθεί εκείνο που ζητάς.
Την
προσευχή λοιπόν να τη σταματήσεις, όταν ικανοποιηθεί το αίτημά σου∙ ή
καλύτερα ούτε τότε, αλλά να εξακολουθείς και πάλι να προσεύχεσαι.
Και αν δε
λάβεις, να ζητάς για να λάβεις∙ όταν όμως λάβεις, να ευχαριστήσεις επειδή
έλαβες.
Μπαίνουν
πολλοί στο ναό, σχεδιάζουν και λένε αναρίθμητους στίχους προσευχής, και
βγαίνουν χωρίς να ξέρουν τι είπαν∙ τα χείλη κινούνται, αλλ’ η
ακοή της ψυχής δεν ακούει.
Συ ο ίδιος
δεν ακούς την προσευχή σου, και θέλεις να την εισακούσει ο Θεός;
Γονάτισα,
λες∙ η σκέψη σου όμως πετούσε έξω∙ το σώμα σου ήταν μέσα στην Εκκλησία, αλλά ο
νους σου έξω – το στόμα έλεγε την προσευχή, αλλά η σκέψη λογάριαζε τόκους,
συμβόλαια, συναλλαγές, χωράφια, κτήματα, συναναστροφές φίλων. [...]
Και αν είσαι μέσα σε λουτρό, να προσεύχεσαι,
και αν είσαι στο δρόμο, και αν είσαι στο κρεβάτι∙ όπου και αν είσαι, να
προσεύχεσαι. Είσαι ναός του
Θεού, να μη ζητάς τόπο∙ η εσωτερική διάθεση και η σκέψη χρειάζεται μόνο».
Περικοπή
από τον λόγο του αγίου Ι. Χρυσοστόμου «Εἰς τήν ἐπίλυσιν τῆς Χαναναίας» (Ε.Π. 52,
58). Στο Θεοδώρου, Ευ. (198214). Ανθολόγιο
Πατερικών Κειμένων. Αθήνα: ΟΕΔΒ, σ. 134137.__
Αποκάλυψη του Θεού σημαίνει Θεοφάνειες στην κτίση και την ιστορία∙
συγχρόνως επισημαίνει την ριζική διαφορά μεταξύ δημιουργού και δημιουργήματος, όντος και μη
όντος, ακτίστου και κτιστού…
Έτσι ο Θεός, μολονότι ακατάληπτος ως προς την ουσία του, γίνεται
καταληπτός δυναμικά κατά τις ενέργειες.
Και τούτο είναι έργο μόνο των θεοφανειών, οι οποίες με αυτό τον τρόπο
γίνονται γέφυρες ή κρίκοι που συνδέουν τη θεότητα με την κτίση.
Ιστορία, κτίση, σύμβολα και κάθε γνώση, αποτελούν τον μοναδικό δρόμο
αυτής της αποκάλυψης.
Η ίδια η δημιουργία οφείλεται σε μια φανέρωση του Θεού, σε μια
θεοφάνεια.
Ολόκληρη η ιστορία της Π.Δ. γράφεται διά μέσου θεοφανειών.
Κι αυτή η ιστορία είναι η
απαρχή της ιστορίας της θείας οικονομίας.
Δημιουργία, παράδεισος, πτώση, δραματικές συνέπειες, εκλογή περιούσιου
λαού, μετακινήσεις, έξοδοι, πόλεμοι, προφήτες ιερείς βασιλιάδες, τα πάντα παρελαύνουν σε
μια ιστορική πορεία, όπου φανερώνεται ο Ζωντανός και κοινωνικός Θεός.
Ο πατριάρχης Αβραάμ φιλοξενεί την ίδια την Αγία Τριάδα∙ σ’ ορισμένους αποκαλύπτεται με τη νεφέλη, τα όνειρα
και τα οράματα, ενώ στο Μωυσή μιλάει “στόμα με στόμα”, …ο προφήτης Ηλίας τον είδε “στη λεπτή αύρα”…
Είναι ο ίδιος Θεός που παρουσιάστηκε “αυτοπροσώπως” και έδωσε τον
νόμο, μίλησε διά μέσου των προφητών και στην τελευταία φάση της περιόδου αυτής ενανθρώπησε (έγινε άνθρωπος) για όλους τους
ανθρώπους.
Σε κάθε φάση της πορείας, στην προϊστορία και την ιστορία, είναι ο
ίδιος ο τριαδικός Θεός που κάνει την παρουσία του…
Καταρχάς πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν υπάρχει θέμα αντίθεσης ή
σύγκρουσης μεταξύ τους.
Πίστη και επιστήμη είναι δυο μεγάλα πνευματικά μεγέθη
αλληλοσυμπληρούμενα και όχι αλληλοαποκλειόμενα.
Είναι δυο εκδηλώσεις του ανθρώπινου πνεύματος που κινούνται σε
διαφορετικά επίπεδα.
Επιστήμη και θρησκεία έχουν αυτόνομες περιοχές ενδιαφερόντων και
έρευνας∙ ανταποκρίνονται σε διαφορετικές αξιολογικές ροπές και ανάγκες της ενιαίας ανθρώπινης
ύπαρξης.
Η επιστήμη ερευνά τα μυστήρια της δημιουργίας, ασχολείται με το
επιστητό, ενώ η θρησκεία ασχολείται με το μυστήριο του Δημιουργού, το υπεραισθητό.
Είναι δύο κύκλοι εφαπτόμενοι ή και τεμνόμενοι, αλλ' όχι ταυτιζόμενοι ή συγκρουόμενοι.
Επομένως, η σχέση πίστης και επιστήμης δεν μπορεί να είναι αντιθετική
ή εχθρική, αλλά διαλεκτική.
Κι αυτό γιατί έχουν κοινή αφετηρία την πνευματική υπόσταση του
ανθρώπου και ουσιαστικά στοχεύουν στην κατάκτηση της αλήθειας και την
εξασφάλιση της ευτυχίας του.
Κρίνονται όμως, μαζί ή χωριστά,
από το κατά πόσον οδηγούν τον άνθρωπο στον εξανθρωπισμό του ή στον απανθρωπισμό του.
Όταν η καθεμιά περιορίζεται στον χώρο της αρμοδιότητάς της, δεν
υπάρχει θέμα σύγκρουσης ή αντίθεσης.
Αν παλαιότερα παρουσιάστηκαν
κάποιες περιπτώσεις αντιπαράθεσης, αυτό οφείλεται σε ιδεολογικές προκαταλήψεις
ορισμένων επιστημόνων, οι οποίοι υπερέβησαν τα όρια της επιστήμης και ασχολήθηκαν με υπερφυσικά ζητήματα.
Άλλοι πάλι στην περίοδο του
Διαφωτισμού θεοποίησαν το λογικό, ενώ άλλοι απέρριψαν εκ των προτέρων ό,τι σχετίζεται με
θέματα μεταφυσικής.
Πιθανόν επίσης κάποιοι
χριστιανοί να αντιμετώπισαν με δυσπιστία και καχυποψία τις επιστημονικές
θεωρίες και ανακαλύψεις, νομίζοντας ότι κινδυνεύει η πίστη τους.
Με όλα τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι η πίστη και η επιστήμη δε συγκρούονται,
γιατί:
1. Η επιστήμη ερευνά τον αισθητό, το φυσικό κόσμο, ενώ η θρησκεία
«περιγράφει» τον υπεραισθητό, τον υπερφυσικό κόσμο.
2. Η επιστήμη ερευνά το πώς έγινε ο κόσμος καθώς και τους φυσικούς
νόμους που ρυθμίζουν τη λειτουργία του, ενώ η θρησκεία ασχολείται με το ποιος
και γιατί δημιούργησε τον κόσμο.
Εφόσον απαντούν σε διαφορετικά ερωτήματα, επόμενο είναι ότι δε
δικαιολογείται αντίθεση ή σύγκρουση, αλλά μάλλον συνεργασία.
Καταρχήν, η
χριστιανική πίστη δεν είναι θεωρητική γνώση ή πεποίθηση για κάποια αφηρημένη
θρησκευτική αλήθεια.
Είναι απόλυτη
και χωρίς δισταγμούς βεβαιότητα για τις αλήθειες που διδάσκει η
Εκκλησία.
Κατά τον Απ.
Παύλο είναι η ακλόνητη πεποίθηση για την πραγματική και βέβαιη
ύπαρξη αγαθών που ελπίζουμε να αποκτήσουμε κάποτε και η βεβαιότητα γι' αυτά που
δε βλέπουμε: «Πίστη σημαίνει σιγουριά γι’ αυτά που ελπίζουμε και βεβαιότητα
γι’ αυτά που δε βλέπουμε» (Εβρ 11, 1).
Τελικά η χριστιανική πίστη είναι μια προσωπική
συνάντηση και σχέση πιστού και Θεού, μια
σχέση ανεπιφύλακτης εμπιστοσύνης όμοια με τη σχέση παιδιού και γονιού.
Η συνάντηση
αυτή άλλοτε πραγματοποιείται αιφνίδια (π.χ. Απ. Παύλος) και άλλοτε βαθμιαία
(π.χ. άγιος Αυγουστίνος).
Περιεχόμενο
της χριστιανικής πίστης.
Το
περιεχόμενο της χριστιανικής πίστης είναι τα «δόγματα»,
δηλαδή οι υπέρ λόγον αλήθειες, που πηγάζουν από την Αγία Γραφή και την Ιερά
Παράδοση.
Οι
αλήθειες αυτές περιέχονται συνοπτικά στο Σύμβολο της Πίστεως […].
Αναφέρονται
στον Τριαδικό Θεό, στον Θεάνθρωπο Χριστό, στη δημιουργία του κόσμου και του
ανθρώπου με κύριο σκοπό τη σωτηρία του από τις συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος
και στην έσχατη πραγματικότητα, την ανάσταση των νεκρών και τη μέλλουσα
Βασιλεία του Θεού.
Είναι
ευνόητο ότι η χριστιανική πίστη προϋποθέτει την ανθρώπινη ελευθερία, στην οποία και
απευθύνεται ο Χριστός: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί
τον εαυτό του, ας σηκώσει το σταυρό του κι ας με ακολουθεί» (Μκ 8, 34).
Στη μέση της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία υψώνει τον Τίμιο Σταυρό. Όχι τυχαία. Όχι συμβολικά μόνο. Αλλά ως στήριγμα.
Η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως δεν είναι μια απλή υπενθύμιση του Πάθους. Είναι ανάπαυση μέσα στον αγώνα. Είναι δύναμη όταν η νηστεία βαραίνει. Είναι πρόσκληση να δούμε τον Σταυρό όχι ως ήττα, αλλά ως νίκη που έρχεται μέσα από θυσία.
Σε αυτό το βίντεο μιλάμε για:
• Το θεολογικό νόημα της Σταυροπροσκυνήσεως
• Γιατί τοποθετείται ακριβώς στη μέση της Σαρακοστής
• Τι σημαίνει πρακτικά για τη δική μας καθημερινότητα
• Πώς ο Σταυρός γίνεται προσωπική υπόθεση και όχι απλώς τελετουργία
Η απάντηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί συνοψίζει την επίσημη άποψη
της Εκκλησίας. Σύμφωνα με αυτή -και σε αντίθεση με τις αιρετικές
θεωρήσεις που είδαμε- στο πρόσωπο του Χριστού ενώθηκαν οι δύο
τέλειες φύσεις, η θεία και η ανθρώπινη.
Την πίστη της αυτή η Εκκλησία διατύπωσε οριστικά και επίσημα στον όρο της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (451 στη Χαλκηδόνα) : «Εἷς καί ὁ αὐτός Χριστός ἐν δύο φύσεσιν ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως καί εἰς ἕν πρόσωπον
Σε εποχές αβεβαιότητας και φόβου, οι Άγιοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας δείχνουν τον δρόμο της ελπίδας.
Σε αυτό το βίντεο ακούγονται λόγια από μεγάλους αγίους της πίστης μας, όπως ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, ο Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης και ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης.
Οι λόγοι τους μάς θυμίζουν ότι ακόμη και στους πιο δύσκολους καιρούς υπάρχει δρόμος: μετάνοια, προσευχή, ταπείνωση και εμπιστοσύνη στον Θεό.
Ο
Θεός δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο «καλά λίαν» (Γέν. 1,
31).
Ωστόσο,
παρατηρούμε από την καθημερινή μας ζωή ότι στον κόσμο
υπάρχει το κακό.
Από
πού προέρχεται και τι συνέπειες έχει; Ποια η θέση του Θεού και ποια η ευθύνη
του ανθρώπου;
Τι είναι κακό;
Όσον
αφορά στη φύση και την προέλευση του κακού πρέπει να διευκρινίσουμε ότι το κακό δεν υπάρχει ως
δημιούργημα και ο Θεός δεν ευθύνεται γι’ αυτό.
Υπάρχει
ως διακοπή της σχέσης του κτιστού κόσμου με
το Θεό, σχέση που είναι απαραίτητη για να παραμείνει ο κόσμος ζωντανός,
αφού από μόνος του δεν έχει ζωή.
Η διακοπή της σχέσης προέρχεται από τον
άνθρωπο που ως «αυτεξούσιος» θέλησε να γίνει θεός χωρίς το Θεό.
Έτσι επέλεξε τη διακοπή της σχέσης του με το
Θεό που
τον ζωοποιούσε και επιστρέφει στο μηδέν συμπαρασύροντας και την
υπόλοιπη κτίση, αφού είναι ο ηγέτης της.
Ο
Θεός δε δημιουργεί το κακό, αλλά δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα της επιλογής,
αφού τον
έχει δημιουργήσει με ελεύθερη βούληση (αυτεξούσιο) κι εκείνος επιλέγει
να γίνει ίσος με το Θεό μέσω της ανυπακοής.
Η
σχέση Θεού και κτίσης χαρακτηρίζεται από την ελευθερία, επειδή ο Θεός είναι
ελεύθερος και σέβεται την ελευθερία
των δημιουργημάτων του.
Συνεπώς, αν ο Θεός εμπόδιζε τη δυνατότητα
επιλογής των ελεύθερων κτισμάτων Του (ακόμη και το να επιλέξουν
το κακό), θα ήταν σαν να αρνούνταν τον εαυτό Του.
Ωστόσο, δεν αφήνει το δημιούργημά του
αβοήθητο.
Ο
άνθρωπος ως «μολυσμένος» από το κακό αδυνατεί να θεραπευτεί με τις δικές του δυνάμεις, ενώ
ταυτόχρονα ζητά βοήθεια από ψεύτικους θεούς που κατασκευάζει στη
θέση του αληθινού.
Έτσι ο Θεός επιλέγει να βοηθήσει τον κόσμο μέσω
του Υιού Του.
Με
την ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού
καταπολεμείται ο θάνατος, συντρίβεται το κακό και δημιουργείται ένας νέος
«καινός» άνθρωπος, που δεν κυριαρχείται από το θάνατο, δίνοντας στον άνθρωπο τη
δυνατότητα να πολεμήσει εκείνος πλέον το κακό.
Η Ανάσταση του Χριστού είναι το πρώτο γεγονός
του ερχομού της
Βασιλείας του Θεού, στην οποία το κακό και η βασική του συνέπεια,
ο θάνατος, δε θα υπάρχουν πια.
Ο Χριστιανός δεν είναι μοιρολάτρης, ούτε ζει παθητικά πάνω στη γη.
Όχι απλώς προτιμά την ειρήνη, αλλά αγωνίζεται ενεργά για την
εδραίωσή της.
Με τη γέννηση του Χριστού το ανθρώπινο γένος απόκτησε μια νέα προοπτική, την προσδοκία της Βασιλείας του Θεού.
“Τότεˮ, λέει ο προφήτης Ησαΐας, “τα ξίφη τους θα τα σφυρηλατήσουν σε άροτρα και τις λόγχες τους σε δρεπάνια. Ξίφος δε θα σηκώνει το ένα έθνος ενάντια στο άλλο και πια δε θα μαθαίνουν να
πολεμούνˮ (Ησ. 2: 4).
Ο Χριστιανόςεμπνέεται από αυτήν την προσδοκία και παλεύει να
φέρει το φωςτης στο σήμερα.
Δεν είναι τυχαίο ότι στην “επί του όρους ομιλίαˮ οΧριστός ανήγγειλε ότι είναι
“μακάριοι όσοι
φέρνουν την ειρήνη στουςανθρώπους, γιατί αυτοί θα ονομαστούν παιδιά του Θεούˮ (Ματθ. 5: 9).
Και η Εκκλησία αδιάκοπα μέσα στους αιώνες εύχεται “ὑπέρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου” (θεία Λειτουργία).
Επί πλέον, στις μέρες μας
οιεκπρόσωποι των Ορθόδοξων
εκκλησιών συμμετέχουν σε διεθνείς συνάξεις για την ειρήνη και καταδικάζουν τον
πόλεμο ως τρόπο επίλυσηςτων διαφορών.
Βασικός άξονας αυτής της στάσης είναι η πεποίθηση της Εκκλησίας ότι όλοι οι άνθρωποι είναι αδέρφια και ότι το φυλετικό (και κάθε
άλλο) μίσος είναι απαράδεκτο.
Οι λαοί οφείλουν να μάθουν να συνυπάρχουνδίχως να χάνουν την πολιτιστική και θρησκευτική
τους ταυτότητα, αλλά και δίχως να επιθυμούν την εξόντωση όποιου διαφέρει από
αυτούς.
Ακόμα κι όταν ο πόλεμος εμφανίζεται ανθρωπίνως αναπόφευκτος, για τον Χριστιανό είναι πάντα γεγονός οδύνης και παραχώρησης - όχι
λύση.
Η συμμετοχή του Χριστιανού αφορά αμυντικό πόλεμο και αποτελεί ένα είδος γενναιόψυχης διακινδύνευσης.
Ο Χριστιανός, δηλαδή, αποδέχεταιτο ενδεχόμενο να κάνει κάτι που θεωρείται
επιζήμιο για τη δική του ψυχή (φόνο), προκειμένου να υπερασπιστεί άλλους (τον
λαό, τα ιερά τουκαι την ελευθερία του).
Και σε τέτοια περίπτωση όμως δεν αυταπατάται: για τον Χριστιανό κάθε πόλεμος είναι εμφύλιος πόλεμος.
Ο καλύτερος προσωπικός δίσκος του ΜcDonald (πέρα από τους Fish) είναι, με διαφορά, το “War War War” [Vanguard, 1971], ένα από τα πιο σπουδαία αντιπολεμικά άλμπουμ στην ιστορία της μουσικής, με τα εξόχως μελοποιημένα ποιήματα του ποιητή Robert W. Service (γραμμένα κατά τη διάρκεια της θητείας του στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο).
Είμαι ο βασιλιάς των κανονιών, ιδού!
πεθαίνω σε ένα χρυσό θρόνο
με δάσος μακριά και πυργίσκο ψηλά
είμαι διάσημος και πλούσιος ραντζιέρης
κι ήταν κι ο πατέρας μου, και ο δικός του πριν απ’ αυτόν
με τον πλούτο μας, που τον οφείλουμε στον πόλεμο
αλλά ας μην είναι κανένας ηγεμόνας περήφανος
το σάβανο δεν έχει τσέπες
Από τη φύση μου είμαι ήπιος και ευγενικός
προσανατολισμένος στους καλούς τρόπους και την αλήθεια
και παρόλο που οι φασιανοί κατακλύζουν
τα δάση μου, δεν θα πιάσω κανένα όπλο
ωστόσο, ενώ κάθε τέρας που σφυρηλατώ
σπέρνει παντού τον πανικό
ο ψίθυρος του θανάτου, τ’ ορκίζομαι, είναι πιο δυνατός
το σάβανο δεν έχει τσέπες
Ο χρόνος μου είναι λίγος, τα πλοία μου στη θάλασσα
ήδη μου φαίνονται σαν φαντάσματα
τα εκατομμύριά μου με κοροϊδεύουν, είμαι φτωχός
όπως ο κάθε ζητιάνος στην πόρτα μου
η τεράστια κυριαρχία μου, παραιτούμαι
ένα κομμάτι γης μου πέφτει, για να το διεκδικήσω
κάθομαι σκυμμένος και νοιώθω πίκρα για όλα όσα έχασα
το σάβανο δεν έχει τσέπες
Θεέ μου, άσε με να εξαγνίσω την καρδιά μου
και να γίνω μέρος της ελπίδας του ουρανού
ας πάνε στα κομμάτια όλα όσα έβγαλα
θέλω να πολεμήσω για οίκτο, αγάπη και ειρήνη
μακάρι να μπορούσα να το κάνω με μια τροφή που θεραπεύει