3.7 Η ΙΕΡΟΣΥΝΗ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Δημιουργία: Γιάννης Μπάλτος
Ο πατέρας
μου ήλθε για να με παρηγορήσει. – Γιατί κλαις; Με ρώτησε. – Όλα τα παιδιά του
κόσμου έχουν τον δικό τους πατέρα, εκτός από μένα, είπα. – Κι εσύ έχεις έναν
πατέρα. Εγώ είμαι ο πατέρας
σου. –
Ναι, είσαι ο πατέρας μου. Αυτό είναι σωστό. Αλλά δεν είσαι αποκλειστικά δικός
μου πατέρας.
Είσαι
πατέρας όλων των ανθρώπων. Μη μου πεις πως αυτό δεν είναι σωστό. Και συνέχιζα
να κλαίω.
Είσαι
πατέρας ακόμα και ’κείνων που είναι μεγαλύτεροι από σένα στην ηλικία. Τους
άκουσα και τους είδα. Πατέρας των γερόντων! Τους αποκαλούσες ≪παιδιά
σου≫. Είσαι ο πατέρας όλου του κόσμου.
Πατέρας
του καθενός. Είσαι ακόμα πατέρας των κακών και βρωμερών ανθρώπων.
Η δυστυχία
μου μ’ εμπόδιζε να μιλώ. Μια θηλιά μ’ έπνιγε στο λαιμό. Και οι λέξεις
σταμάτησαν να βγαίνουν απ’ το στόμα μου. Κι είχα δίκιο να είμαι δυστυχής. Γιατί
αγαπούσα τον πατέρα μου. Και όταν
αγαπά
κανείς ένα πράγμα, θέλει να του ανήκει αποκλειστικά. Όταν κανείς αγαπά ένα
λιβάδι, έναν κήπο, ένα ζώο ή ένα πράγμα, θέλει να το έχει στην απόλυτη κατοχή
του. Το να κατέχεις και να σου ανήκει
ένα πράγμα
που αγαπάς είναι νόμος της φύσεως. Όταν κανείς αγαπά ένα πράγμα, δεν μπορεί να
το παραχωρήσει και να το παραδώσει στην κοινή χρήση. – Εγώ σε αγαπώ τόσο πολύ!
Και τώρα ανακαλύπτω
πως είσαι
πατέρας όλου του χωριού, είπα. Τα δάκρυά μου κάποτε σταμάτησαν. Κι όμως υπήρχαν
κι άλλα δάκρυα να κυλήσουν. – Πες μου, γιατί είσαι ο πατέρας όλων των ανθρώπων;
Το ποθούσα τόσο
πολύ να
είχα κι εγώ έναν δικό μου πατέρα. Απόλυτα δικό μου. Όπως τ’ άλλα παιδιά. Γιατί
λοιπόν δεν ανήκεις αποκλειστικά σε μένα; – Είμαι πατέρας όλων γιατί είμαι
ιερεύς, απάντησε ο πατέρας μου.__
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου