Και "τέταρτος κόσμος" είναι εκείνες οι ομάδες πληθυσμού των αναπτυγμένων δυτικών κρατών, οι οποίες ωθούνται στο περιθώριο της ζωής. Είναι οι άνεργοι και οι άστεγοι, τεράστιες νησίδες εξαθλίωσης μέσα σε ωκεανούς ευμάρειας και καταναλωτισμού.
«Μη θησαυρίζετε θησαυρούς πάνω στη γη, όπου
τους αφανίζει ο σκόρος κι η σκουριά, κι όπου οι κλέφτες κάνουν διαρρήξεις και
τους κλέβουν.
Αντίθετα, να μαζεύετε θησαυρούς στον ουρανό, όπου δεν τους
αφανίζουν ούτε ο σκόρος ούτε η σκουριά κι όπου οι κλέφτες δεν κάνουν διαρρήξεις
και δεν τους κλέβουν. Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σας εκεί θα είναι και η
καρδιά σας». Μτ 6, 19-21
«Τί
γαρ ωφελείται άνθρωπος, κερδήσας τον κόσμον όλον, εαυτόν δε απολέσας ή
ζημιωθείς;» (Λουκ. Θ’, 25)
Ο άνθρωπος είναι σε όλα αχόρταγος, θέλει
ν’ απολάψει πολλά, χωρίς να μπορεί να τα προφτάξει όλα. Και βασανίζεται. Όποιος
όμως φτάξει σε μια κατάσταση που να ευχαριστιέται με τα λίγα, και να μη θέλει
πολλά, έστω κι αν μπορεί να τ’ αποχτήσει, εκείνος λοιπόν είναι ο ευτυχισμένος.
Δεν το κάνει από οικονομία, είτε γιατί έχει την ιδέα πως τα πολλά τον βλάφτουνε
στην ψυχή ή στο σώμα. Αλλά γιατί στα λίγα και στα απλά βρίσκει πιο αγνή
ικανοποίηση. Και περισσότερο απ’ όλα, επειδή με τα απλά και με τα λίγα δεν
χάνει τον εαυτό του. «Τις εστι πλούσιος; Ο εν ολίγω αναπαυόμενος».
Οι άνθρωποι δεν βρίσκουνε πουθενά
ησυχία, γιατί επιχειρούνε να ζήσουνε χωρίς τον εαυτό τους. Τρέχουνε από δω κι
από κει να βρούνε την ευτυχία, μα ευτυχία δεν υπάρχει έξω από τον εαυτό μας.
Θέλουμε να ευχαριστηθούμε με συμπόσια απ’ όπου λείπουμε. Όποιος έχει χάσει τον
εαυτό του, έχει χάσει την ευτυχία. Ευτυχία δεν είναι το ζάλισμα που δίνουνε οι
πολυμέριμνες ηδονές κι απολαύσεις, αλλά η ειρήνη της ψυχής και η σιωπηλή
αγαλλίαση της καρδίας. Μ’ αυτό το βύθισμα στον εαυτό του βρίσκει ο άνθρωπος τον
Θεό.
Φώτης Κόντογλου, Ζωή πολυμέριμνη, χωρίς καμμιά εσωτερική ευτυχία, στο ‘Μυστικά
Άνθη’, εκδ. Παπαδημητρίου, Αθήνα 2001.
Διερευνώντας:
Η σχέση της θρησκείας και των κοινωνικών και
οικονομικών συνθηκών διαβίωσης.
Διερευνώντας 2η δραστηριότητα:
Πλούτος
και πλεονεξία
«Ποιον αδικώ, λέει [ο πλούσιος],
προστατεύοντας αυτά που μου ανήκουν;
Πες μου λοιπόν, τι σου ανήκει; Από που τα πήρες και τα έφερες στη ζωή σου;
Όπως αυτός που βρίσκει θέση στο θέατρο κι εμποδίζει αυτούς που μπαίνουν ύστερα,
θεωρώντας δικό του αυτό που είναι για κοινή χρήση όλων, τέτοιοι είναι οι πλούσιοι.
Αφού απόχτησαν πρώτοι τα κοινά αγαθά, τα θεωρούν δικά τους για την
προτεραιότητα. Αν έπαιρνε καθένας ό,τι του χρειαζόταν για την ικανοποίηση της
ανάγκης του κι άφηνε σ’ όποιον είχε ανάγκη ό,τι ήταν γι’ αυτόν περισσό, κανένας
δε θα ήταν πλούσιος, κανένας δε θα ήταν φτωχός. Γυμνός δεν ήρθες στον κόσμο; Γυμνός δεν θα
επιστρέψεις στη γη; Πού τα βρήκες αυτά που έχεις τώρα; Αν πιστεύεις ότι στα χάρισε η τύχη είσαι
άθεος, δεν αναγνωρίζεις τον Δημιουργό, δεν νοιώθεις ευγνωμοσύνη γι’ Αυτόν που
στα έδωσε· αν όμως παραδέχεσαι ότι προέρχονται απ’ τον Θεό, πες μου για ποιο
λόγο στα έδωσε; Μήπως είναι άδικος ο Θεός και μοιράζει άνισα τα απαραίτητα για
τη ζωή; Γιατί εσύ είσαι πλούσιος κι εκείνος φτωχός; Για κανένα άλλο λόγο παρά για να ανταμειφθείς
εσύ για την καλοσύνη και τη σωστή διαχείριση της περιουσίας, κι εκείνος για να
κερδίσει τα μεγάλα έπαθλα της υπομονής.
Όμως εσύ τα έκρυψες όλα στους αχόρταγους
κόλπους της πλεονεξίας· νομίζεις λοιπόν ότι κανένα δεν αδικείς όταν τόσους
στερείς από τα αγαθά αυτά; Ποιος είναι πλεονέκτης; Όποιος δεν περιορίζεται στα απαραίτητα. Ποιος
άρπαγας; Εκείνος που αφαιρεί την
περιουσία των άλλων. Εσύ δεν είσαι πλεονέκτης;
Δεν είσαι άρπαγας; Δεν κρατάς για τον εαυτό σου όσα σου δόθηκαν για να τα
διαχειρισθείς προς όφελος όλων; Αυτός που γδύνει τον ντυμένο θα ονομαστεί
λωποδύτης, αλλά μήπως και αυτός που δεν ντύνει τον γυμνό, ενώ μπορεί, δεν
αξίζει αυτή την ονομασία;
Το ψωμί που αποθηκεύεις είναι του
πεινασμένου, τα ρούχα που φυλάς στις αποθήκες σου είναι του γυμνού, τα
παπούτσια που τα ‘χεις και σαπίζουν είναι του ξυπόλυτου, τα λεφτά που θάβεις
για να μη στα κλέψουν είναι του φτωχού. Είναι τόσοι αυτοί που αδικείς όσοι
αυτοί που θα μπορούσες να βοηθήσεις».
Μέγας Βασίλειος, ομιλία στο “καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας
οικοδομήσω” και περί πλεονεξίας, 7.
19 Μη μαζεύετε θησαυρούς πάνω στη γη, όπου τους αφανίζει ο σκόρος και η σκουριά, κι όπου οι κλέφτες κάνουν διαρρήξεις και τους κλέβουν.
20 Αντίθετα, να μαζεύετε θησαυρούς στον ουρανό, όπου δεν τους αφανίζουν ούτε ο σκόρος ούτε η σκουριά, κι όπου οι κλέφτες δεν κάνουν διαρρήξεις και δεν τους κλέβουν.
21 Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σας εκεί θα είναι και η καρδιά σας.
Αληθινά σας λέω ότι δύσκολα ένας πλούσιος άνθρωπος θα μπει στη Βασιλεία των ουρανών. Είναι ε ευκολότερο να περάσει μία καμήλα από την τρύπα που ανοίγει η βελόνα, παρά ο πλούσιος να μπει στη Βασιλεία του Θεού.
Ο Ιωάννης Χρυσόστομος για την κοινωνική αδικία
Δε φρίττεις, άνθρωπε, δεν κοκκινίζεις από ντροπή, όταν χαρακτηρίζεις επιτιθέμενον αυτόν που παλεύει για το ψωμί του; Αυτός αν και φέρεται επιθετικά, ωστόσο δικαιούται τη συμπάθειά μας, γιατί τόσο πολύ πιέζεται από την πείνα, ώστε αναγκάζεται να φορέσει το προσωπείο της επιθετικότητας... Και πρέπει να σου πω ακόμα πως αυτός που επιτίθεται στην πραγματικότητα είσαι συ, γιατί αν και έρχεσαι τακτικά στην Εκκλησία και ακούς τα κηρύγματά μου, στην αγορά εν τούτοις προτιμάς και το χρυσάφι και τις επιθυμίες και τις ανθρώπινες φιλίες σου, παρά τις δικές μου προτροπές.
Μεγάλε άνθρωπε, γουρουνάνθρωπε, Χα χα, μυστήριος που είσαι, Λεφτάδες, πλούσιοι, Χα χα, μυστήριοι που είσαστε. Κι όταν βάζετε το χέρι στην καρδιά, είσαστε για γέλια, Αληθινοί κλόουν, Μέσα στο χοιροστάσιο, σκυμμένοι, λέγοντας, Σκάβετε, σκάβετε, Με λασπωμένες μουσούδες, Τι ελπίζετε να βρείτε Στο γουρουνορυχείο; Είσαστε για γέλια, Είσαστε για γέλια, Αλλά στην πραγματικότητα είσαστε για κλάματα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου